Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του συναδέλφου Μανώλη Μαστοράκη (μέλους του ΔΣ του Συλλόγου Προσωπικού και της Γραμματείας του ΣΕΚΕΣ) στην εκδήλωση που διοργάνωσε την Τετάρτη 29/11/2017 στο Δημαρχείο Νέας Ιωνίας η εφημερίδα «Εργατική Αλληλεγγύη» με θέμα «Καπιταλισμός και περιβάλλον σχέσεις καταστροφής»


Συντρόφισσες και σύντροφοι, ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης περιγράφει ακριβώς την βίαιη πραγματικότητα που βιώνει η δυτική αττική αυτές τις εβδομάδες, επιτρέψτε μου όσο ποιο συνοπτικά μπορώ να αναλύσω με βάση μια μικρή έρευνα που προσπάθησα να κάνω τις κατά την γνώμη μου αιτίες για το δράμα που κάθε φορά που βρέχει καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Τα μπαζωμένα ρέματα, η άναρχη δόμηση και οι «θυσίες» που έγιναν στο βωμό της  κερδοσκοπίας του καπιταλισμού είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία που δολοφονούν ταξικά προσανατολισμένα πάντα  τους από κάτω, κάθε φορά που οι δυνατές νεροποντές χτυπούν την Αττική, ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτά.

Και βάζω το ταξικά καθότι δεν θυμάμαι να  πλημμύρισε και να πνίγηκε η μπουρζουαζία ούτε της Εκάλης ούτε του ψυχικού πάντα οι από κάτω, πάντα οι λαϊκές συνοικίες , πάντα οι φτωχοδιαβολοι.

Το νερό υπήρξε ιστορικά μια καθοριστική παράμετρος για τη χωροθέτηση οικισμών στην Αττική. Η ευνοϊκή μορφολογία του εδάφους και σημαντικές φυσικές πηγές συνέβαλαν στο σχηματισμό ενός μεγάλου αριθμού ρεμάτων, από τα οποία σήμερα δεν μπορούν να εντοπιστούν περισσότερα από το 10% (περίπου 70 από τα 700).

Μέχρι περίπου το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι όχθες των ρεμάτων και των ποταμών διατηρούσαν το χαρακτήρα τους ως «φύση» και ως χώροι αναψυχής για τους κατοίκους της πόλης. Το τοπίο της Αττικής δεν είχε σημαντικά αλλοιωθεί και ένα πυκνό δίκτυο ρεμάτων αποτελούσε σημαντικό χαρακτηριστικό του. Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και, ειδικότερα, με την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας, το πρόσωπο της Αττικής μεταβλήθηκε ταχύτατα, τόσο που σήμερα δεν αναγνωρίζεται και οι διαδρομές των ρεμάτων δεν διακρίνονται, ούτε βέβαια μπορούν να τις ακολουθήσουν οι φυσιολάτρες περιπατητές.

Η καπιταλιστική κερδοσκοπία στη γη ο μοναδικός λόγος για την εξαφάνιση των ρεμάτων.

Τρεις χρονικές τομές στην ιστορία της Αθήνας είναι σημαντικές για να κατανοήσει κανείς, αφ’ ενός τις διαδικασίες ανάπτυξης της πόλης και αφ’ ετέρου την τύχη των ρεμάτων ως τμήματος της φύσης μέσα στην πόλη: η επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ανεξάρτητου κράτους το 1834. η εγκατάσταση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία μετά το 1922. και η μεταπολεμική ανοικοδόμηση.

Την εποχή που ιδρύθηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος το 1830, Η Αθήνα ήταν ένας μικρός οικισμός 9.000 κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους την είχαν εγκαταλείψει στην διάρκεια του πολέμου και άρχιζαν τότε να επιστρέφουν στις εστίες τους.

Στη σύντομη περίοδο ανάμεσα στο 1830 και το 1831, η γη στην Αττική άλλαξε χέρια, από τις οθωμανικές ιδιωτικές και δημόσιες ιδιοκτησίες στους Έλληνες της διασποράς. Το κράτος την εποχή εκείνη, μη διαθέτοντας τα οικονομικά μέσα και τα θεσμικά εργαλεία, έχασε μια μοναδική ευκαιρία να αποκτήσει τον έλεγχο της γης και της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης (∆ρίκος, 1994). Όταν έγινε γνωστό ότι η Αθήνα είχε επιλεγεί ως πρωτεύουσα, οι αγοραπωλησίες πολλαπλασιάστηκαν. Ενώ συντάσσονταν σχέδια για τη νέα πρωτεύουσα, η ζήτηση αστικών οικοπέδων αυξήθηκε δραματικά και οι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων άρχισαν να τις υποδιαιρούν σε μικρά οικόπεδα και να τις πουλούν στην αγορά γης (Μπίρης, 1966).

Από αυτή την περίοδο διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό της αστικής γαιοκτησίας στην Ελλάδα, δηλαδή η κατάτμησή της σε πολύ μικρά οικόπεδα. Η ιδιοκτησία γης θεωρείται ως η μόνη υγιής βάση για την εθνική οικονομική ανάπτυξη και περνάει ένας μεγάλος αριθμός νόμων για την προώθηση και την προστασία της. Η ελπίδα ήταν ότι μια ευάριθμη «τάξη» μικροϊδιοκτητών θα υποστήριζε το θρόνο και την κρατική εξουσία.

Η γεωμετρία του νεοκλασικού αστικού σχεδιασμού σε μεγάλο βαθμό αγνοούσε το δίκτυο των ρεμάτων πάνω στο οποίο τοποθετούνταν τα σχέδια. Όσο για τις επεκτάσεις που προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες γης, αυτές δεν εμποδίστηκαν καθόλου από τα ρέματα. Κατατμήθηκαν και αυτά και συχνά οικοδομήθηκαν.

Εκτός από τις ατομικές πρωτοβουλίες επίλυσης των επειγόντων προβλημάτων στέγης ενός πληθυσμού που αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς, δύο ακόμη ζητήματα σχετίζονται με την τύχη των ρεμάτων:

(α) η ανάγκη κατασκευής ενός δικτύου συγκοινωνιών και επικοινωνίας που θα συνέβαλε στην αποτελεσματική λειτουργία της αστικής οικονομίας, και

(β) το πρόβλημα της ύδρευσης και, πολύ περισσότερο, της αποχέτευσης ομβρίων και λυμάτων, τα οποία συνδέονταν με τη δημόσια υγεία.

Το 1896 ο πληθυσμός της Αθήνας είχε φτάσει τις 176.000, οι επιδημίες ήταν συχνό φαινόμενο, ενώ εκείνη τη χρονιά πνίγηκαν 17 άτομα σε πλημμύρα

Η άφιξη των προσφύγων

Το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, έλαβε χώρα μια άνευ προηγουμένου αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών. 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια (πληθυσμός της Ελλάδας το 1920: 5,5 εκ). Η πλειοψηφία των προσφύγων προερχόταν από αστικές περιοχές και επεδίωκε να εγκατασταθεί σε μεγάλες πόλεις, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

Τότε ακριβώς συγκεκριμενοποιήθηκαν οι διαδικασίες και το θεσμικό πλαίσιο που σημάδεψαν την ανάπτυξη της Αθήνας και οδήγησαν σε όλο και μεγαλύτερη κατάτμηση και εκμετάλλευση της αστικής ιδιοκτησίας. Η αυθαίρετη εκτός σχεδίου δόμηση, δηλαδή η νόμιμη ιδιοκτησία αλλά παράνομη χρήση «αγροτεμαχίων» για την ανοικοδόμηση κατοικιών, γενικεύθηκε ως διαδικασία απόκτησης κατοικίας από την εργατική τάξη και τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι διαδοχικές νομιμοποιήσεις, δηλαδή «εντάξεις στο σχέδιο» των αυθαιρέτων, έγιναν η κατ’ εξοχήν διαδικασία αστικής επέκτασης,

Ακριβώς τότε ξεκινάει το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου, η προστασία της φύσης, συμπεριλαμβανομένων και των ρεμάτων, δεν αποτελούσε ζήτημα. Στις περιοχές αυθαιρέτων, όπου έλλειπε στοιχειώδης εξοπλισμός και υποδομές, και στους προσφυγικούς συνοικισμούς, τα ρέματα είτε έμειναν ανοιχτά είτε χτίστηκαν. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κυρίως στη «νόμιμη πόλη», τα ρέματα καλύφθηκαν αφού έγιναν οι κατάλληλες προβλέψεις για την απορροή των ομβρίων και την αποχέτευση των λυμάτων.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η αστικοποίηση στην Αθήνα ξαναβρήκε τους προπολεμικούς ρυθμούς της, με την αυθαίρετη δόμηση και τις διαδοχικές νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων στην εκάστοτε περιφέρεια της πόλης. Μόλις ένα οικόπεδο εντάσσεται στο σχέδιο, αποκτάει δυνατότητα μεγαλύτερης εκμετάλλευσης (μέσω του σδ) και πολυκατοικίες γρήγορα αντικαθιστούν τις μονοκατοικίες. Ερευνητές υπολογίζουν ότι περίπου 500.000 άτομα στεγάστηκαν με τέτοιες διαδικασίες στην περίοδο 1945/8-1970 (Mantouvalou, 1980, Leontidou, 1990). Σ’ αυτή την πορεία δεν εξαιρέθηκαν τα ρέματα. Ο όγκος και η ένταση της αστικής ανάπτυξης τα «κατάπιε» εντελώς ή τα άφησε ως υπόλοιπο, όπου συχνά εναποτίθενται σκουπίδια και απόβλητα.

Η οικοδόμηση πάνω στα ρέματα ή η παρεμβολή εμποδίων στη διαδρομή τους, χωρίς κατάλληλες διευθετήσεις για το νερό, προκάλεσε πολλές καταστροφές και απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τις απόψεις των υπηρεσιών και των κατοίκων από μια αντίληψη των ρεμάτων ως τμήματος της φύσης μέσα στην πόλη. Η διευθέτηση και κάλυψη των ρεμάτων ταυτίστηκε με τον εκσυγχρονισμό και την εξυγίανση και οδήγησε στη θεώρηση των ρεμάτων ως αντικείμενο δημοσίων έργων – μια προσέγγιση που, ακόμη και σήμερα, είναι κυρίαρχη

Οι διαδρομές των ρεμάτων στην Αθήνα, όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, έχουν χαθεί κάτω από στρώματα μπετόν και διαδοχικές φάσεις αστικής ανάπτυξης. Η προστασία αυτού που απομένει είναι, σ’ αυτό το πλαίσιο, πολιτικό ζήτημα, από την άποψη ότι απαιτεί την εγκατάλειψη των πελατειακών κριτηρίων και την τοποθέτηση των περιβαλλοντικών κριτηρίων στο προσκήνιο των πρωτοβουλιών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση οι πολίτες, οι ειδικοί και οι αρχές χρειάζεται να μεταβάλλουν τους τρόπους προσέγγισής τους. Από την πλευρά των πολιτών πρωτοβουλίες υπάρχουν, έστω και σε μικροκλίμακα. Οι ειδικοί άρχισαν να μεταβάλλουν ερωτήματα και προσεγγίσεις. Οι φορείς παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, εγκλωβισμένοι στην αδράνεια των καθιερωμένων πρακτικών και στις αντιφάσεις των αλληλοεπικαλυπτόμενων και/ή συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων τους.

Ας πάμε λοιπόν στο σήμερα και στο δράμα της Μάνδρας

Εμείς ως ΕΥΔΑΠ από το 1997 και ο τότε Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας ειδοποιούσαμε τον δήμο Μάνδρας για την επικινδυνότητα της αυθαιρεσίας του.

Πως συνδέεται η καταστροφή με τις ἰδιωτικοποιήσεις την αποκατάσταση των ζημιών και την ανακούφιση του κοινωνικού συνόλου.

Σε ένα υποτίθεται οργανωμένο κράτος το άμεσο επόμενο βήμα μετά από μια καταστροφή είναι η αποκατάσταση των ζημιών το συντομότερο δυνατό θα υπέθετε κάποιος εξωτερικός παρατηρητής ορθά σκεπτόμενος, συνέβη αυτό στην περίπτωση μας: φυσικά και όχι και εξηγούμε

Μετά την καταστροφή της Μάνδρας και της Νέας Περάμου είχαμε από την πλευρά της ύδρευσης  τουλάχιστον που εγώ μπορώ να μιλήσω αξιόπιστα δυο διαφορετικές αντιμετωπίσεις.

Το μεν δίκτυο ύδρευσης της Νέας Περάμου που ανήκει στην αρμοδιότητα της ΕΥΔΑΠ το δε της Μάνδρας στον Δήμο.

Η νέα Πέραμος σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκαταστάθηκε η ύδρευση της εντός τριών ημερών, της δε Μάνδρας ακόμα αγωνίζονται να επαναφέρουν την υδροδότηση με το δήμο να έχει σχεδόν παραδοθεί.

Εμείς ως εργαζόμενοι στην ΕΥΔΑΠ με την τεχνογνωσία και την εξειδίκευση στο αντικείμενο το αντιλαμβανόμαστε, καθότι ένα  δίκτυο ύδρευσης πρέπει να σου προσφέρει πολλές εναλλακτικές και  για λόγους ασφαλείας να έχεις εφεδρείες όταν τις χρειαστείς αλλά και την εργατική δύναμη για  να το κάνεις , για αυτό και ανταποκριθήκαμε στον λιγότερο δυνατό χρόνο στην νέα Πέραμο.

Χωρίς προβλήματα; όχι το προσωπικό δούλευε νυχθημερόν χωρίς εφεδρείες καθότι προσλήψεις έχουν να γίνουν εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον χωρίς τα απαραίτητα φακούς, Γαλότσες, άκουσον άκουσον σε μια εταιρεία που μοιράζει αφειδώς εκατομμύρια στους μετόχους για τον εργάτη της ύδρευσης, τον υδρονομέα ούτε γαλότσα δεν διαθέτει, χωρίς τα απαραίτητα μέσα καθότι πολλές φορές κληθήκαμε να ανταποκριθούμε  υπό καταρρακτώδη βροχή χωρίς ουσιαστική προστασία αλλά αγόγγυστα το κάναμε και αυτό, με τους διωκόμενους συναδέλφους υδρονομείς μας στην πρώτη γραμμή αποδεικνύοντας και στην πράξη το πόσο απαραίτητοι είναι.

Αλγεινή εντύπωση στο προσωπικό που ακόμα μάχεται σε αυτές τις περιοχές είναι η πλήρης αδιαφορία της διοίκησης ούτε για τα μάτια του κόσμου δεν πέρασε να δει τι κάνει αυτός ο κόσμος που πάλεψε και συνεχίζει να παλεύει εκεί πνίγεται ζει έχει κάτι ανάγκη και προφανώς δεν εννοώ τους προϊσταμένους.

Ο δήμος αντίστοιχα αποψιλωμένος από προσωπικό αλλά και ελλείψει εμπειρίας διαχείρισης κρίσεων είναι φυσικό να μην μπορεί να ανταποκριθεί , παρά ταυτα οι εργαζόμενοι της ΕΥΔΑΠ αντιλαμβανόμενοι το μέγεθος της καταστροφής ούτε λεπτό δεν εξετάσαμε αρμοδιότητες και όλα τα γραφειοκρατικά που συνήθως απαιτούνται για να αποφύγεις την βοήθεια στον διπλανό σου.

Άμεσα από τις δυνάμεις που δεν έχουμε στέλνουμε καθημερινά συνεργείο για την  αποκατάσταση των βλαβών στην Μάνδρα , άμεσα και οπότε μας ζητήθηκε γεμίσαμε υδροφόρες για τις δεξαμενές του δήμου, άμεσα ταχθήκαμε ως εργαζόμενοι στο πλευρό των συμπολιτών μας και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε για όσο χρειαστεί.

Εμείς ως ΣΕΚΕΣ ήδη έχουμε με ανακοίνωση μας καλέσει την  διοίκηση να παγώσει τους λογαριασμούς να επανασυνδέσει τους μετρητές που είναι κομμένοι και να σταθεί στο πλάι των δοκιμαζόμενων συμπολιτών μας, άμεσα ως ΣΕΚΕΣ βάλαμε στο σωματείο μας πρόταση για συμβολικές κινήσεις ενίσχυσης των πληγέντων αλλά αυτό εξαρτάτε από τις πλειοψηφίες που δεν μας ευνοούν αλλά εμείς πιέζουμε και θα συνεχίσουμε να πιέζουμε προς αυτήν την κατεύθυνση, άμεσα μαζί με τον συντονισμό συμμετείχαμε σε δράσεις στην Μάνδρα και έτσι θα συνεχίσουμε.

Σύντροφοι, νυχθημερόν δουλεύω στην περιοχή και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι στην αποκατάσταση των ζημιών  δεν είδα πέραν των συναδέλφων μου των συνάδελφων της ΔΕΗ κανέναν άλλον ούτε cyta hol  και πως αλλιώς τις λένε ούτε energa μύρωνες Μυτιληναίους και λοιπούς κεφαλαιοκράτες, και αντιλαμβανόμαστε όλοι και αποκρυσταλλώνεται πλήρως για ποιο λόγο  αυτές τις εταιρείες και τα δίκτυα που ο λαός τα έχει χρυσοπληρώσει ότι πρέπει να ανήκουν σε αυτόν και σε κανέναν άλλον. Για αυτό παράλληλα με την αποκατάσταση των ζημιών πρέπει να παλέψουμε για την μη ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών γιατί την επόμενη φορά που εύχομαι να μην έρθει, άλλα αν έρθει κανείς δεν θα είναι δίπλα στον από κάτω ο από πάνω θα την  βρει την άκρη ο από κάτω πληρώνει πάντα τα σπασμένα ας φροντίσουμε λοιπόν με την πάλη μας να αποτρέψουμε τις ορέξεις τους.

Τι πρέπει να γίνει τι να διεκδικήσουμε: Τίποτα λιγότερο από το πιο απλό τις ζωές μας

Άμεση συγκρότηση του ΟΕΚ και επιτέλους χτίσιμο εργατικών κατοικιών, και έως ότου αυτές γίνουν άμεση μεταφορά των αστέγων σε σπίτια στην Αθήνα,,να μην ξαναζήσουμε την ιστορία των κοντέινερ όπως με τους σεισμούς.

Το κεφάλαιο βάζει τον εργάτη να πληρώνει και τον βάζει να ξαναπληρώσει και να ξανάμματα πληρώσει φόρους ενφια και ότι  άλλο μπορούν να φανταστούν  και στο τέλος του παίρνει το σπίτι η το ρέμα η η τράπεζα.

Σύντροφοι να σηκώσουμε επιτέλους ανάστημα να εμψυχώσουμε το λαό η αντικαπιταλιστική ριζοσπαστική αριστερά ένα και μόνο χρέος έχει να σταθεί δίπλα στον Λαό να είναι δίπλα του και να παλέψει μαζί του σήμερα όχι αύριο σήμερα.

ΣΧΟΛΙΑ

Please enter your comment!
Please enter your name here