ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΑΙΤΗΣΗ  ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΩΝ
Εργαζομένων της  ΕΥΔΑΠ (τα στοιχεία και των 3 εργαζομένων είναι διαθέσιμα) ,
ΚΑΤΑ
Του ελληνικού δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, και Πολιτισμού και Τουρισμού.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ
1. Της υπ’ αρ. 206/25.4.2012 (ΦΕΚ Β’ 1363/26-04-2012) Κοινής Υπουργικής Απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων περί μεταφοράς στην εταιρεία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου» περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου κατά τις διατάξεις του N. 3986/2011.
2. Κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, προγενέστερης ή μεταγενέστερης.

 

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Με την προσβαλλόμενη απόφαση μεταβιβάζονται και περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα στην Aνώνυμη Eταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε» κατά πλήρη κυριότητα, οι 36.245.240 μετοχές της Εταιρείας Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Πρωτευούσης Α.Ε  (Ε.Υ.Δ.Α.Π Α.Ε.) οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033% επί του μετοχικού της κεφαλαίου.
Η ως άνω πράξη της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, εκδόθηκε κατά παράβαση πλέγματος διατάξεων του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας.
ΙΙ. ΕΜΠΡΟΘΕΣΜΟ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ
Η προσβαλλόμενη  δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμ. 1363/26.4.2012 ΦΕΚ, Τεύχος Δεύτερο και εμείς λάβαμε γνώση αυτού προ τριών ημερών, ήτοι την 22/06/2012.
Κατά συνέπεια η παρούσα αίτηση ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας των εξήντα  (60) ημερών.

ΙΙΙ. ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Τυγχάνουμε όλοι Έλληνες πολίτες, εργαζόμενοι στην «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε.».
Ενόψει των παραπάνω το έννομο συμφέρον μας για την άσκηση αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης αυτής συνίσταται στα εξής:
Ενόψει της πλήρους ιδιωτικοποίησης και της μεταβολής της νομικής φύσης της Εταιρίας «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε», βλάπτονται άμεσα από την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη τα εργασιακά συμφέροντα μας. Άπαντες είμαστε εργαζόμενοι, των οποίων τα εργασιακά συμφέροντα εξαρτώνται άμεσα από την προοπτική της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε. Συγκεκριμένα, η άμεση αλλαγή των κανονισμών εργασίας, με στόχο να περιοριστεί αισθητά το μισθολογικό κόστος, η κατάργηση των ωριμάνσεων, οι  περικοπές στην υπερωριακή απασχόληση, η διευκόλυνση της μεταφοράς προσωπικού και η απελευθέρωση των απολύσεων είναι απόλυτα συνδεδεμένες με την ιδιωτικοποίηση της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε και αλλάζουν επί της ουσίας τα εργασιακά, ασφαλιστικά και οικονομικά μας συμφέροντα.
Η πλήρης ιδιωτικοποίηση της Εταιρίας, καθιστά επισφαλείς τις εργασιακές μας σχέσεις και αβέβαιο το οικονομικό μέλλον της Επιχείρησης, η οποία έχοντας ιδιώτες ως μοναδικούς μετόχους, επιδιώκει πλέον ως πρωταρχικό σκοπό το κέρδος, με τους σκοπούς δημόσιας ωφέλειας να έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε, δεν υπάρχουν παραδείγματα αποκρατικοποιήσεων που εισέφεραν βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Με την προσβαλλόμενη πράξη ανακόπτεται η ανάπτυξη της επιχείρησης και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ενώ, αντιθέτως, είναι άμεσος  ο κίνδυνος περιορισμού των θέσεων εργασίας. Οι εργαζόμενοι έχουν – ανεξάρτητα από το συμφέρον της εταιρείας – δικό τους, αυτόνομο,    συμφέρον    να    μην   αποκλεισθεί   η επιχείρηση από   την   ανάπτυξη δραστηριοτήτων  σχετικών με τον σκοπό της (Βλ. την ΣΤΕ 3324/1995)
Με την παρ. 2 του άρθρου μόνου της προσβαλλομένης πράξης μεταβιβάστηκαν και περιήλθαν χωρίς αντάλλαγμα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα  36.245.240 μετοχές της  Εταιρείας Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης Α.Ε., οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033 % επί του μετοχικού της κεφαλαίου.
Επίσης η μεταβίβαση χωρίς αντάλλαγμα του 34,033 % του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε., που ανήκει στο Δημόσιο,  στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε», συνιστά  πράξη που προσβάλει ευθέως το δημόσιο συμφέρον και την έννοια της κυριαρχίας, νομιμοποιούμαστε δε άπαντες στην άσκηση της παρούσας αίτησης και  συνεπώς έχουμε το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκούμε την υπό κρίση αίτηση ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, για παράβαση πλέγματος διατάξεων του  Συντάγματος και των νόμων, συγκεκριμένα δε για τους ακόλουθους νόμιμους και βάσιμους λόγους:
ΙV. ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

1. Λόγω αντίθεσης στο άρθρο 43 παρ. 2, εδ.β’ του Συντάγματος (αντισυνταγματική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικής πράξης αντί κανονιστικού προεδρικού διατάγματος)

 Η πρόβλεψη για τον δημόσιο χαρακτήρα της υπό κρίση εταιρείας αναφέρεται ρητά στο άρθρο 8 του  Ν. 2593/1998, ως εξής:
«.Η πρόβλεψη για τον δημόσιο χαρακτήρα των υπό κρίση εταιριών αναφέρθηκε ρητά από το άρθρο 1 παρ.10  του Ν. 2744/1999, ως εξής:
«Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές ποσοστό έως 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.»
Στη συνέχεια, διάφορες προβλέψεις στα προγράμματα των μνημονίων και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος αναφέρονται σε περαιτέρω ιδιωτικοποίησή τους. Όμως, οι προβλέψεις αυτές έχουν χαρακτήρα απλώς πολιτικού προγράμματος και δεν έχουν νομικές συνέπειες. Αυτό κρίθηκε με την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας 668/2012 επί του πρώτου μνημονίου, ως  εξής (επί λέξει): «το Μνημόνιο δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δικαίου και δεν έχει άμεση εφαρμογή, αλλά, για να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες με αυτό πολιτικές, πρέπει να εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους (νόμοι ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση νόμου».
Συνεπώς, ενόψει της ρητά διατυπωμένης βούλησης του νομοθέτη, για να απωλέσει το Δημόσιο τον έλεγχο του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) της «.ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε», απαιτείται ρητή πρόβλεψη τυπικού νόμου, εφόσον δεν υφίσταται ρητή και ειδική εξουσιοδότηση προς την διοίκηση για την κανονιστική ρύθμιση του θέματος.
Παρόμοια ειδική εξουσιοδότηση δεν υπάρχει. Αντιθέτως, με το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν.  3871/2010, όπως ισχύει, προβλέφθηκαν τα εξής:
1. Η Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.) δύναται να αποφασίζει την αξιοποίηση, συμπεριλαμβανομένης και της μεταβίβασης, περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων του Ν. 3049/2002.
Περαιτέρω, με το Ν. 3986/2011 προβλέφθηκε ότι στο υπό κρίση Ταμείο μεταβιβάζονται και περιέρχονται, χωρίς αντάλλαγμα:  α) Κατά πλήρη κυριότητα, κινητές αξίες εταιρειών από αυτές που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015 του άρθρου 6Α Ν. 2362/1995 (Α` 247).
Επομένως, η δοθείσα γενική και αόριστη εξουσιοδότηση στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να ρυθμίσει όπως η ίδια κρίνει χωρίς κανένα, έστω και γενικό, προσδιορισμό του αντικειμένου της ρύθμισης από κάποιο κανόνα δικαίου στο κείμενο του νόμου, δεν κείται απλώς πολύ πέραν του επιτρεπόμενου πεδίου μιας νομοθετικής εξουσιοδότησης, αλλά ουσιαστικά συνιστά πρόσκληση στην διοίκηση να νομοθετήσει πρωτογενώς.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε από την διοίκηση κατά νόσφιση νομοθετικής εξουσίας, σε αντίθεση με τα άρθρα 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και πρέπει, για το λόγο αυτό, να ακυρωθεί.
Περαιτέρω, η νομοθετική εξουσιοδότηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη είναι, σε κάθε περίπτωση, αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β  του Συντάγματος, με την οποία παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, κατ’αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στο εδάφιο β’ της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος προβλέπονται οι όροι υπό τους οποίους και άλλα όργανα της διοίκησης, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, μπορούν να εκδίδουν κατ’ εξουσιοδότηση κανονιστικές πράξεις και τα όρια εντός των οποίων μπορεί να ασκείται η εξουσία αυτή, ως εξής: «…Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικά θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό..».
Συνεπώς, με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος μόνον κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται να ορισθούν ως φορείς της κατ΄ εξουσιοδότηση ασκούμενης νομοθετικής αρμοδιότητος και άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως εφόσον πρόκειται για ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό (βλ.ΣτΕ 1892/2010 Ολομ., ΣτΕ 3973/2009 Ολομ). Ως «ειδικότερα» θέματα, για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση σε άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοικήσεως, νοούνται μερικότερες περιπτώσεις θεμάτων που ρυθμίζονται ήδη στον νόμο σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο (βλ. ΣτΕ Ολομ 1692/2010, Ολομ 125/2009, Ολομ 4025/1998), πράγμα που δεν συμβαίνει με την προσβαλλομένη.
Από τη φύση των ρυθμιζόμενων με την προσβαλλομένη θεμάτων είναι πρόδηλο ότι δεν πρόκειται περί θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Θα πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί εάν η νομοθετική εξουσιοδότηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη παρέχει τη δυνατότητα στη διοίκηση να ρυθμίσει ειδικά θέματα σε σχέση με τις διατάξεις που εισάγει ο νόμος, εντός του πλαισίου της εν λόγω συνταγματικής διάταξης.
Συνεπώς, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι είναι ανεκτή η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης, και πάλι αυτή θα έπρεπε να δοθεί προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και όχι προς την κανονιστικά δρώσα διοίκηση, και, επομένως, η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί.

2. Λόγω αντίθεσης με το άρθρο 106 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 8 του ν. 3049/2002

Το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπει «την υποχρέωση του Κράτους να λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα…». Επίσης το άρθρο 106 παρ. 3 του Συντάγματος προβλέπει «την αναγκαστική συμμετοχή (…) του Κράτους (…σε) επιχειρήσεις (… που) έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου ή ζωτική σημασία για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, ή έχουν ως κύριο σκοπό την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο
Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής ρύθμισης, το άρθρο 8 Ν. 3049/2002 (ΦΕΚ Α΄ 212/10.9.2002) Αποκρατικοποίηση επιχειρήσεων του Δημοσίου και άλλες διατάξεις προβλέπει σχετικά τα εξής:
«Επιχειρήσεις δημοσίου συμφέροντος και   κοινής ωφέλειας – Ειδική Μετοχή
1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Aνάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου υπουργού:
α) καθορίζονται οι αποκρατικοποιούμενες επιχειρήσεις του Δημοσίου που παρέχουν υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος και κοινής ωφέλειας, που συνδέονται με την άμυνα και ασφάλεια της χώρας, τη δημόσια υγεία, την ενέργεια, τις μεταφορές και επικοινωνίες, τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών, την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγών πηγών της χώρας, για τις οποίες απαιτείται η συναίνεση του Δημοσίου στη λήψη ορισμένων στρατηγικής σημασίας αποφάσεων,
β) περιγράφεται το προστατευόμενο κάθε φορά αγαθό και εξειδικεύονται οι στρατηγικής σημασίας αποφάσεις για τις οποίες απαιτείται η συναίνεση του Δημοσίου,
γ) καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα παρέχεται η συναίνεση του Δημοσίου. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται με κριτήρια σαφή και αντικειμενικά, ικανά να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, τα οποία δεν θα υπερβαίνουν το προσήκον μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και θα εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις.»
Η «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε» σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ 4 του Νόμου 2744/1999, «δραστηριοποιείται στους τομείς της παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, στη μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση, συντήρηση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης. Στις δραστηριότητες και τα έργα αυτά συμπεριλαμβάνονται η άντληση, αφαλάτωση, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά, διανομή και διαχείριση των προς τους σκοπούς αυτούς αποδιδόμενων υδάτων πάσης φύσεως, καθώς και τα έργα και οι δραστηριότητες συλλογής, μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθήκευσης και διαχείρισης των πάσης φύσεως λυμάτων (πλην των τοξικών) και την επεξεργασία, διανομή, διάθεση και διαχείριση των προϊόντων των δικτύων αποχετεύσεως.
Περαιτέρω η χρησιμοποίηση του συστήματος ύδρευσης και αποχέτευσης παραλλήλως και για άλλους σκοπούς, όπως είναι η ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών και ενεργειακών δραστηριοτήτων, κατ` εξαίρεση των απαγορεύσεων της παρ. 8 του άρθρου 1 του Ν. 2744/1999 και υπό τον όρο ότι δεν επηρεάζεται η ασφαλής και αξιόπιστη λειτουργία του συστήματος
Ενόψει των ανωτέρω, η «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε.», λόγω της στρατηγικής της σημασίας για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας και τη δημόσια υγεία του κοινωνικού συνόλου , δεν είναι επιτρπτό να ιδιωτικοποιηθεί πλήρως, σύμφωνα με τις ανωτέρω συνταγματικές επιταγές. Σε κάθε περίπτωση, η μη έκδοση της προβλεπόμενης κατά το άρθρο 8 του Ν. 3049/2002  ΚΥΑ πριν από την ιδιωτικοποίηση της, συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, που άγει στην ακύρωση της προσβαλλομένης.

3. Λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου (παραβίαση του άρθρου 29 Α Ν. 1558/1985)

Κατά το άρθρο 29 Α του ν. 1558/1985, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, έχει προβλεφθεί ως ουσιώδης τύπος για κάθε  κανονιστική πράξη η αναγραφή στο προοίμιό της του μεγέθους της δαπάνης που η θέσπισή της συνεπάγεται, επί ποινή ακυρότητάς της, εκτός εάν προδήλως δεν συνεπάγεται η εν λόγω πράξη οικονομική επιβάρυνση (βλ. σχετικά ΣτΕ (Ολομέλεια) 3217-8/2003, πρβλ. ΣτΕ 1770/2011, 216/2011).
Στο προοίμιο της παρούσας προβλέπεται ότι από την έκδοσή της δεν προκύπτει δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. Όμως, με το άρθρο 23 παρ.2 Ν.3965/2011 προβλέφθηκε ότι τα έσοδα από την αποκρατικοποίηση και αξιοποίηση των επιχειρήσεων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων των εταίρων των οποίων οι μετοχές μεταβιβάζονται στο Ταμείο προορίζονται αποκλειστικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Συνεπώς, δεδομένου ότι το δημόσιο θα στερηθεί πλήρως τα έσοδα που απεκόμιζε από την ένδικη εταιρία, ως βασικός μέτοχος, προκύπτει απώλεια εσόδων και, επομένως, δαπάνη για τον κρατικό προϋπολογισμό και η προσβαλλομένη, κρίνοντας διαφορετικά, κατέστη ακυρωτέα.
4. Παράβαση των συνταγματικών επιταγών των άρθρων 1 παρ. 2,  24 παρ.1 και 25 παρ.2.
Το Ελληνικό Κράτος, για να είναι κυρίαρχο, πρέπει να διαθέτει την αναγκαία εδαφική επικράτεια, η οποία κατά την πάγια συνταγματική θεωρία αποτελεί συστατικό στοιχείο  αυτού και επί της οποίας ασκεί ανά πάσα στιγμή κυρίαρχη εξουσία. Η επικράτεια αυτή αποτελεί τον μόνιμο πυρήνα του κράτους και πρέπει να παραμένει ανέπαφη.
Για να είναι βιώσιμο το Ελληνικό Κράτος πρέπει να έχει τον απόλυτο έλεγχο των ουσιωδών στοιχείων του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου της χώρας, ώστε αυτά να μεταβιβάζονται ακέραια στις επόμενες γενιές.
Ο χαρακτήρας του ελληνικού κράτους, ως κοινωνικού κράτους δικαίου, δημιουργεί σε αυτό τη συνταγματική υποχρέωση να εξασφαλίζει σε όλους τους πολίτες την παροχή όλων εκείνων των δημόσιων υπηρεσιών που προσιδιάζουν σε  ένα σύγχρονο κράτος και δη κατά τρόπο ασφαλή, συνεχή και φθηνό.
Κατά συνέπεια προκύπτει αβίαστα ότι δημόσιες επιχειρήσεις, ακίνητα και εγκαταστάσεις, που συνδέονται με τους σκοπούς της κυριαρχίας και της βιωσιμότητας δεν είναι δυνατόν να εξέλθουν της κυριαρχικής εξουσίας του Κράτους.
Η μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της «ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε» στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε» , εταιρεία με κερδοσκοπικό χαρακτήρα, χωρίς αντάλλαγμα, γίνεται κατά παράβαση των άνω συνταγματικών επιταγών, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις άνω επιταγές, είναι ανεπίδεκτη μεταβίβασης.
Περαιτέρω, στην υπό κρίση περίπτωση μεταβιβάζεται ποσοστό  (34,033 %) των μετοχών της «ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε.», οι οποίες αντιστοιχούν κατά τμήμα τους στην εκμετάλλευση της χρήσης του νερού κατά προτεραιότητα.
Κοινόχρηστα ή κοινής χρήσης είναι τα πράγματα τα οποία το δίκαιο θέτει στην άμεση διάθεση του κοινού γενικά για χρήση σύμφωνα με τον προορισμό τους.
Σύμφωνα με το άρθρο 967 ΑΚ, ως πράγματα κοινής χρήσεως αναφέρονται «ιδία τα ελευθέρως και αενάως ρέοντα ύδατα, οι οδοί και οι πλατείες, ο αιγιαλός, οι λιμένες και οι όρμοι, οι όχθες πλευσίμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους»
Όλα τα άνω που ενδεικτικά απαριθμούνται συνιστούν και συγκροτούν το εθνικό κεφάλαιο της χώρας, επί του οποίου ασκείται η κυριαρχική εξουσία του Κράτους.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 174 ΑΚ «Απαγορεύεται η μεταβίβαση πράγματος εκτός συναλλαγής. Κατά συνέπεια σχετική δικαιοπραξία μεταβιβάσεως είναι από την αρχή άκυρη»
Επομένως η προσβαλλόμενη πράξη αντιτίθεται στις συνταγματικές επιταγές και το βασικά αναπαλλοτρίωτο των δημόσιων κοινόχρηστων πραγμάτων, η οποία επιτάσσεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2, 24, παρ.2 και 25 παρ.2 Σ.
Με την πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Α.Ε στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε» με σκοπό περαιτέρω εκποίηση αυτής σε ιδιώτες, αίρεται η δημόσια ωφέλεια, η οποία αφορά στον κυριαρχικό έλεγχο του κράτους επί του πρώτου αγαθού της χώρας των υδάτων και την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε αυτό.
Η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε» ιδρύθηκε σύμφωνα με το Ν. 3986/2011 και προσκρούσει σε βασικές συνταγματικές αρχές και ιδίως στα άρθρα 1 παρ.2,  5 παρ. 1, άρθρο 25 παρ.1 Σ.
Η ίδρυση  και οι αρμοδιότητες που παρέχει ο νόμος στο άνω ταμείο, στο όνομα της εξόφλησης του δημόσιου χρέους, δεν μπορεί να αναιρούν βασικές διατάξεις του Σ.
Όπως προκύπτει από το κείμενο του Νόμου οι αρμοδιότητες του ταμείου εκτείνονται όχι μόνο στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, αλλά και στα ακίνητα που ανήκουν στην εν στενή έννοια δημόσια κτήση και δη αποτελούν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ουσιώδη στοιχεία του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου της χώρας. Τα ακίνητα αυτά υπάγονται, έκαστο ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, σε αυστηρούς περιορισμούς διαχειρίσεως και χρήσεως και είναι ανεπίδεκτα εκποιήσεως ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο απαλλοτριώσεως, επιτρέπεται δε μόνο εξαιρετικώς ήπια διαχείριση αυτών, ώστε να εκπληρώνουν το φυσικό προορισμό τους.
Με τα δεδομένα αυτό το Ταμείο, οσάκις κινεί τη διαδικασία εκποίησης των ακινήτων αυτών, διαχειρίζεται δημόσια αγαθά προορισμένα από τη φύση τους να εξυπηρετούν τους θεμελιώδεις δημόσιους σκοπούς και όχι το δημόσιο χρέος.
Κατά συνέπεια το Ταμείο ενεργεί σε κάθε περίπτωση ως φορέας δημόσιας εξουσίας, γεγονός που αποδίδει στις πράξεις του εκτελεστό χαρακτήρα..
 Η αποξένωση του Δημοσίου από το αγαθό της ύδρευσης και της αποχέτευσης, το οποίο είναι στρατηγικής σημασίας για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος θα μειώσει δραματικά για πάντα τα δημόσια έσοδα, ενώ η πώληση τους από μια κερδοσκοπική εταιρεία σε συνθήκες κρίσης και με πτώση της τιμής των μετοχών, θα συμβάλει δυσανάλογα στη μείωση του δημόσιου χρέους.
Ταυτόχρονα η παράκαμψη βασικών προστατευτικών διατάξεων του άρθρου 24 του Σ, με την προστασία των αιγιαλών και των παραλιών, για λόγους ανάπτυξης, παραβιάζει συνολικά το Συνταγματικό πλαίσιο
Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη και βάσιμη, ασκείται δε εμπρόθεσμα.     

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και για όσους νομίμως προστεθούν
ΜΕ ΡΗΤΗ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΠΑΝΤΟΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΜΑΣ
ΖΗΤΟΥΜΕ
– Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση μας.
– Να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη  καθώς και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, προγενέστερη ή μεταγενέστερη.
– Να καταδικαστεί το Δημόσιο στη δικαστική μας δαπάνη.. 
Αντίκλητό μας διορίζουμε τον δικηγόρο Αθηνών Βασίλη Παπαστεργίου, Χαρ. Τρικούπη 120, τηλ. 210-3634400
Αθήνα, 25.06.2012
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος

ΣΧΟΛΙΑ

Please enter your comment!
Please enter your name here