Η ελληνική αγορά ύδρευσης και αποχέτευσης εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιών μετασχηματισμών, καθώς η κλιματική κρίση, η λειψυδρία και οι αυξανόμενες ανάγκες εκσυγχρονισμού των υποδομών αναδεικνύουν το νερό σε στρατηγικό αγαθό εθνικής σημασίας. Σύμφωνα με νέα μελέτη της EY-Parthenon, η ασφάλεια των υδάτινων πόρων βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής και των επενδυτικών σχεδιασμών, με το συνολικό επενδυτικό αποτύπωμα για τον κλάδο να εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ μέχρι το 2040.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον κατακερματισμό της αγοράς. Σήμερα λειτουργούν περισσότερες από 700 οντότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση υδάτων, μεταξύ των οποίων 129 Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, περισσότεροι από 450 οργανισμοί εγγείων βελτιώσεων και πλήθος τοπικών αρχών. Η πολυδιάσπαση αυτή περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας, δυσχεραίνει τον εκσυγχρονισμό και αυξάνει το λειτουργικό κόστος. Παράλληλα, οι απώλειες νερού στα δίκτυα εκτιμώνται κατά μέσο όρο στο 30%, ενώ σε ορισμένες περιοχές φθάνουν ακόμη και το 50%.
Την ίδια στιγμή, αρκετές περιοχές της χώρας βρίσκονται αντιμέτωπες με έντονα φαινόμενα λειψυδρίας. Από τα τέλη του 2025, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω έλλειψης νερού έχουν βρεθεί περιοχές όπως η Αττική, η Λέρος, η Πάτμος, η Αστυπάλαια, η Αίγινα, η Σύμη και τμήματα της Κρήτης, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Τέλος, σύμφωνα με την EY-Parthenon, η επόμενη δεκαετία αναμένεται να αποτελέσει περίοδο έντονου επενδυτικού κύκλου για την ελληνική αγορά νερού, με βασικούς άξονες την ανανέωση των δικτύων, τη μείωση των απωλειών, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ενεργειακή αποδοτικότητα και την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων. Η μετάβαση αυτή θεωρείται κρίσιμη όχι μόνο για τη βιωσιμότητα των παρόχων αλλά και για τη διασφάλιση επαρκούς και ποιοτικής πρόσβασης στο νερό σε ένα περιβάλλον που επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από την κλιματική αλλαγή.

