Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας στην Αθήνα, η κυβέρνηση παρουσίασε ένα εκτεταμένο δεκαετές σχέδιο που προκαλεί έντονες αντιδράσεις
της Μαρίνα Ράφενμπεργκ, ειδικής απασταλμένης
Σφηνωμένη ανάμεσα στα όρη Γκιώνα και Παρνασσό, η κοιλάδα του Μόρνου είχε επιλεγεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970, λόγω των εξαιρετικών υδατικών της πόρων, για την κατασκευή της μεγαλύτερης τεχνητής λίμνης που υδροδοτεί την Αθήνα και την ευρύτερη περιοχή της. Στα μέσα Ιανουαρίου, το νερό φαίνεται να ρέει άφθονο στα γύρω ποτάμια, ενώ ένα λευκό πέπλο κάλυψε τις κορυφές των βουνών για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια.
«Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα! Κανονικά, τον χειμώνα, δεν θα περνούσατε από εδώ χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες. Μέχρι πριν από πέντε χρόνια είχαμε μέτρα χιονιού», σχολιάζει ο Γιώργος Κατσίδης, κτηνοτρόφος αιγοπροβάτων και βοοειδών σε αυτή την εύφορη πεδιάδα της Κεντρικής Ελλάδας.
Σύμφωνα με την ΕΥΔΑΠ, την εταιρεία ύδρευσης της Αθήνας, παρά τις πρόσφατες βροχοπτώσεις, τα αποθέματα νερού στη λεκάνη της λίμνης Μόρνου παραμένουν μειωμένα κατά 200 εκατομμύρια κυβικά μέτρα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025. Τα δύο τελευταία χρόνια χαρακτηρίστηκαν από ήπιους χειμώνες και ρεκόρ θερμοκρασιών το καλοκαίρι, κατά μέσο όρο 2,3 °C πάνω από τα επίπεδα του 1960, ενώ από το 2022 οι βροχοπτώσεις έχουν μειωθεί κατά 25%, σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.
Για να αντιμετωπίσει το «χειρότερο δυνατό σενάριο» και τον κίνδυνο να ξεμείνει από νερό η ελληνική πρωτεύουσα μέσα σε λίγα χρόνια, η συντηρητική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα επενδυτικό σχέδιο δεκαετίας, ύψους 2,5 δισ. ευρώ, με στόχο να διασφαλίσει την υδροδότηση της Αττικής και ορισμένων νησιών του Αιγαίου για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Πέρα από την κατασκευή μονάδων αφαλάτωσης στα νησιά και τις παράκτιες περιοχές, το σχέδιο προβλέπει την εκτροπή δύο ποταμών από την ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας προς τον ταμιευτήρα του Μόρνου, με εκτιμώμενο κόστος 535 εκατ. ευρώ.
«Μετά την Κύπρο, η χώρα μας θα αντιμετωπίσει τον εντονότερο υδατικό στρες στη Νότια Ευρώπη», προειδοποίησε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στα τέλη Νοεμβρίου 2025, όταν η περιοχή της Αθήνας τέθηκε σε κατάσταση υδατικής έκτακτης ανάγκης. Τα αποθέματα νερού στον Μόρνο είναι τα χαμηλότερα που έχουν καταγραφεί από την ξηρασία του 1993, με αποτέλεσμα να επανεμφανιστούν στην επιφάνεια τα ερείπια του χωριού Κάλλιο, που είχε καταποντιστεί κατά την κατασκευή της τεχνητής λίμνης το 1979.
Η εκκλησία, το δημοτικό σχολείο, το καφενείο… Ο Απόστολος Γιεροδήμος, πρόεδρος της κοινότητας Κάλλιο, θυμάται με συγκίνηση αυτόν τον παλιό οικισμό που αριθμούσε σχεδόν 80 σπίτια και 250 κατοίκους. «Χτίστηκε ένα νέο χωριό, αλλά μόνο καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι έμειναν. Όλοι οι άλλοι, ιδιαίτερα όσοι δεν ήταν αγρότες, έφυγαν προς την πρωτεύουσα», αφηγείται.
Τότε, το έργο είχε προκαλέσει την αντίθεση των κατοίκων. Το νέο σχέδιο εκτροπής ποταμών που προβλέπεται από το κυβερνητικό πρόγραμμα συναντά επίσης εχθρική υποδοχή, τόσο στην περιοχή της λίμνης Μόρνου όσο και στην Ευρυτανία.
«Αυτό το νερό δεν είναι για εμάς· χρησιμεύει για να αρδεύεται όλη η Αττική, όπου ζει πάνω από το ένα τρίτο του ελληνικού πληθυσμού», διαμαρτύρεται ο κ. Κατσίδης. «Δεν μπορούμε καν να πάρουμε νερό για τα ζώα μας, ενώ τα τρία τελευταία χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα».
Απόφαση «χωρίς διαβούλευση»
Ο Γιώργος Τσιαντής, πρόεδρος της συλλογικότητας κατά της εκτροπής των ποταμών στην Ευρυτανία, καταγγέλλει μια απόφαση που ελήφθη στην Αθήνα «χωρίς καμία διαβούλευση». «Το νερό δημιουργεί στην περιοχή μας ένα μικροκλίμα, με πλούσια πανίδα και χλωρίδα: αγριογούρουνα, ελάφια, βίδρες, ενδημικές πέστροφες. Η εξαφάνισή τους θα ήταν καταστροφική», αναστενάζει. Ο νεαρός επιχειρηματίας φοβάται επίσης ότι θα μπει φρένο σε εναλλακτικές μορφές τουρισμού που γνωρίζουν άνθηση, όπως το ράφτινγκ και το καγιάκ. Στις αρχές Φεβρουαρίου σκοπεύει να προσπαθήσει να κινητοποιήσει περιβαλλοντικές οργανώσεις για διαδήλωση στην Αθήνα κατά του σχεδίου.
Ο Απόστολος Γιεροδήμος επίσης δεν κρύβει την οργή του: «Η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για τις μικρές φτωχές περιοχές μας· θέλει να αυξήσει τις υδατικές δυνατότητες για την πρωτεύουσα και για οικονομικές δραστηριότητες που αποφέρουν χρήμα, όπως ο μαζικός τουρισμός!». Ο αγρότης υποψιάζεται ακόμη ότι τα έργα αυτά μεγάλης κλίμακας θα οδηγήσουν σε προσοδοφόρες συμβάσεις για ορισμένες εταιρείες. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Γιάννης Κρεστενίτης, καθηγητής παράκτιας μηχανικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, «σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ένας πρόσφατος νόμος επιτρέπει την έναρξη μεγάλων έργων χωρίς διαφανή διαδικασία διαγωνισμού».
Ο δήμαρχος της κοινότητας των 55 χωριών γύρω από τη λίμνη Μόρνου, Δημήτρης Γιαννόπουλος, είναι σφοδρά αντίθετος στο σχέδιο, το οποίο, στο όνομα της “εξορθολογισμένης διαχείρισης”, προβλέπει την απορρόφηση ορισμένων τοπικών παρόχων νερού από μεγαλύτερους φορείς, όπως η ΕΥΔΑΠ. Ο αιρετός φοβάται ότι αυτό το μέτρο θα αυξήσει την τιμή του νερού για τους κατοίκους του, «στην πλειονότητά τους αγρότες που ήδη δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα».
Ο Κώστας Λυμπέρης, εκπρόσωπος των εργαζομένων της ΕΥΔΑΠ, επιβεβαιώνει ότι έχει προγραμματιστεί αύξηση της τιμής του νερού και εκφράζει τη λύπη του επειδή το σχέδιο «δεν παρεμβαίνει καθόλου στη ζήτηση». «Δεν προβλέπεται καμία σοβαρή περιοριστική πολιτική για το πότισμα, τις ιδιωτικές πισίνες, την κατασκευή περίπου δεκαπέντε data centers – των οποίων η ψύξη καταναλώνει μεγάλες ποσότητες νερού – ή τα μεγαλεπήβολα οικιστικά έργα, όπως το Ελληνικό, στην αθηναϊκή ριβιέρα», διαπιστώνει.
Για τον κ. Κρεστενίτη, «η μεταφορά νερού από άλλες περιοχές δεν είναι ούτε βιώσιμη λύση ούτε σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές οδηγίες». Σύμφωνα με τον ειδικό, ενώ η γεωργία καταναλώνει σχεδόν το 80% των υδατικών πόρων της χώρας, θα έπρεπε να εφαρμοστούν τεχνικές στάγδην άρδευσης και να επιλεγούν καλλιέργειες πιο προσαρμοσμένες στην κλιματική εξέλιξη στην Ελλάδα.
Ο Ανδρέας Ευστρατιάδης, καθηγητής υδραυλικών έργων στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, συμφωνεί: «Δεν έχουμε ακόμη μελέτες για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτού του έργου. Όμως έπρεπε πρώτα να είχαν ληφθεί άλλα μέτρα, για παράδειγμα η επιτάχυνση της επαναχρησιμοποίησης των λυμάτων και η δραστική μείωση των απωλειών στο δίκτυο». Οι αρχές εκτιμούν ότι οι διαρροές στη διαδρομή των 260 χιλιομέτρων που συνδέει τον Μόρνο με την Αθήνα ανέρχονται σε περίπου 50 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως.



