Πρωτοβουλία_ Δημόσιο_Νερό: Παρέμβαση στη Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος – Θεσμική ανατροπή χωρίς τεκμηρίωση και κοινωνική νομιμοποίηση

 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ στη Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
με τίτλο: «Επέκταση αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, ενίσχυση της ΡΑΑΕΥ, ρυθμίσεις για τον ΟΔΥΘ και λοιπές διατάξεις»


Θεσμική ανατροπή χωρίς τεκμηρίωση και κοινωνική νομιμοποίηση

Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επιχειρεί μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών στο θεσμικό, διοικητικό και οικονομικό μοντέλο παροχής των υπηρεσιών ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης.

Μια τόσο σοβαρή θεσμική ανατροπή προωθείται στην καρδιά του καλοκαιριού, με όρους ουσιαστικού κατεπείγοντος, χωρίς να έχει προηγηθεί οργανωμένος και ουσιαστικός διάλογος με τους Δήμους, τις Περιφέρειες, την ΚΕΔΕ, τις Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων, τις ΔΕΥΑ, τους εργαζομένους, τους αγροτικούς φορείς, την επιστημονική κοινότητα και τις τοπικές κοινωνίες.

Η δημόσια διαβούλευση περιορίζεται σε μόλις δέκα ημέρες.

Αυτό δεν είναι ουσιαστική διαβούλευση. Είναι μια διαδικασία που λειτουργεί ως τυπική επικύρωση μιας ήδη ειλημμένης απόφασης.

Η επιλογή του χρόνου και του ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος γεννά εύλογες υποψίες. Γιατί ένα νομοσχέδιο τέτοιας κλίμακας κατατίθεται μέσα στο καλοκαίρι, όταν η λειτουργία των συλλογικών οργάνων, των δημοτικών συμβουλίων, των σωματείων και των επιστημονικών φορέων είναι αντικειμενικά δυσχερέστερη; Γιατί δεν προηγήθηκε θεσμικός διάλογος; Γιατί δεν δίνεται επαρκής χρόνος για επιστημονικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο;

Η κυβέρνηση δεν εξηγεί ποιος πραγματικός λόγος επιβάλλει αυτή τη βιασύνη για προβλήματα που είναι γνωστά εδώ και χρόνια και για έναν σχεδιασμό που επανέρχεται, με διαφορετικές μορφές, τουλάχιστον από το 2022, χωρίς όμως ποτέ να συνοδευτεί από επιστημονική τεκμηρίωση και επαρκή συζήτηση.

Οι εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης έχουν ήδη καταγγείλει ότι το σχέδιο ήρθε χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους Δήμους, χωρίς επαρκή οικονομοτεχνική τεκμηρίωση και με ανεπαρκέστατο δεκαήμερο χρόνο διαβούλευσης. Ακόμη και αυτοδιοικητικοί που δεν απορρίπτουν τη συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ ή την ΕΥΑΘ χαρακτηρίζουν τη διαδικασία λανθασμένη, επειδή πραγματοποιήθηκε ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων.

Ζητούμε, επομένως, πριν από την εξέταση των επιμέρους διατάξεων:

  1. Την αναστολή της νομοθετικής διαδικασίας μέχρι να πραγματοποιηθεί πραγματικός θεσμικός διάλογος.
  2. Τη δημοσιοποίηση όλων των οικονομοτεχνικών, επιχειρησιακών και περιβαλλοντικών μελετών.
  3. Την παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων για το κόστος της μετάβασης, τις πηγές χρηματοδότησης, τη στελέχωση, τις επενδύσεις και τις επιπτώσεις στα τιμολόγια.
  4. Τη συγκριτική αξιολόγηση εναλλακτικών μοντέλων πριν από την οριστικοποίηση της υποχρεωτικής μεταφοράς.

Η απαίτηση για ουσιαστική διαβούλευση δεν αποτελεί υπεκφυγή ούτε υπεράσπιση της σημερινής κατάστασης. Αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση δημοκρατικής και σοβαρής νομοθέτησης.

  1. Τα προβλήματα είναι πραγματικά – Η κυβερνητική λύση όμως δεν τεκμηριώνεται

Η κλιματική κρίση, η λειψυδρία, η υπεράντληση των υδροφορέων, οι μεγάλες απώλειες των δικτύων, η παλαιότητα των υποδομών, το υψηλό ενεργειακό κόστος, η υποστελέχωση και οι σοβαρές ανισότητες στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών απαιτούν άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων ή αν απλώς μεταφέρει τα προβλήματα, τις υποδομές και τις αρμοδιότητες σε δύο μεγαλύτερους φορείς.

Η συγκέντρωση περισσότερων περιοχών και δραστηριοτήτων στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση καλύτερης διαχείρισης.

Για να δικαιολογηθεί μια τόσο εκτεταμένη μεταβολή, η Πολιτεία οφείλει να αποδείξει ότι το προτεινόμενο μοντέλο είναι αναγκαίο και αναλογικό, είναι οικονομικά βιώσιμο, μπορεί να εφαρμοστεί επιχειρησιακά, θα βελτιώσει την ποιότητα των υπηρεσιών, δεν θα αυξήσει δυσανάλογα τα τιμολόγια, θα προστατεύσει τους εργαζομένους, θα διασφαλίσει το περιβάλλον και τους υδατικούς πόρους.

Η απόδειξη αυτή δεν υπάρχει.

Το νομοσχέδιο διακηρύσσει στόχους περί ποιότητας, αξιοπιστίας, αποδοτικότητας και ολιστικής διαχείρισης. Οι διακηρύξεις όμως δεν αποτελούν τεκμηρίωση. Κανένα οργανωτικό σχήμα δεν γίνεται αποτελεσματικό απλώς επειδή μεγαλώνει.

 

  1. Η πολιτική απόφαση προηγείται της γνώσης των πραγματικών δεδομένων

Το νομοσχέδιο προβλέπει την ολοκλήρωση της ειδικής διαδοχής και της μεταφοράς των φορέων μέσα σε δώδεκα μήνες. Παράλληλα, επιτρέπει η μεταφορά να ολοκληρώνεται πριν από την πλήρη περάτωση του τεχνικού ελέγχου, ο οποίος μπορεί να συνεχίζεται έως και τριάντα έξι μήνες. Οι αποτιμήσεις μπορούν να βασίζονται σε προσωρινά δεδομένα και τα οριστικά επενδυτικά σχέδια καταρτίζονται μετά τη μεταφορά.

Η σειρά αυτή αντιστρέφει κάθε στοιχειώδη κανόνα σοβαρού σχεδιασμού.

Πρώτα αποφασίζεται η υποχρεωτική απορρόφηση και μετά θα διαπιστωθούν: η πραγματική κατάσταση των δικτύων,  το κόστος αποκατάστασης και αναβάθμισής τους, οι οικονομικές και δικαστικές υποχρεώσεις, οι ανάγκες σε προσωπικό, οι απαιτούμενες επενδύσεις, οι πηγές χρηματοδότησης, οι επιπτώσεις στους καταναλωτές.

Με απλά λόγια, η κυβέρνηση επιλέγει πρώτα τη λύση και αναζητεί μετά τα στοιχεία που υποτίθεται ότι θα την αιτιολογήσουν.

Δεν παρουσιάζεται ολοκληρωμένη συγκριτική αξιολόγηση εναλλακτικών επιλογών, όπως: ενίσχυση και εξυγίανση των υφιστάμενων ΔΕΥΑ, εθελοντικές συνενώσεις, διαδημοτικές συνεργασίες, σύνδεσμοι ΟΤΑ, περιφερειακά δημόσια σχήματα, τεχνική υποστήριξη από ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ χωρίς υποχρεωτική απορρόφηση.

Η κυβέρνηση δεν εξηγεί γιατί απορρίπτει αυτές τις δυνατότητες. Δεν αποδεικνύει ότι η καθολική συγκέντρωση αποτελεί το μόνο ή το ηπιότερο διαθέσιμο μέσο.

Η βιασύνη για να ολοκληρωθεί η μεταφορά πριν από την πλήρη γνώση των στοιχείων αποκαλύπτει ότι η πολιτική απόφαση έχει προηγηθεί της τεκμηρίωσης.

 

  1. Ενιαίος σχεδιασμός με τοπική συμμετοχή, όχι συγκεντρωτική υποκατάσταση της Αυτοδιοίκησης

Η προστασία των υδατικών πόρων, η αντιμετώπιση της λειψυδρίας και η διαχείριση των λεκανών απορροής έχουν αναμφίβολα υπερτοπική διάσταση.

Η λειτουργία όμως των τοπικών δικτύων, η συντήρηση, η αποκατάσταση βλαβών, η εξυπηρέτηση των κατοίκων, η κοινωνική πολιτική, η άρδευση του δημοτικού πρασίνου και η ιεράρχηση των τοπικών έργων έχουν σαφή αυτοδιοικητικό χαρακτήρα.

Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στον κατακερματισμό και στον απόλυτο συγκεντρωτισμό.

Η αναγκαία κατεύθυνση είναι: Ενιαίος δημόσιος και επιστημονικός σχεδιασμός σε επίπεδο λεκάνης απορροής, με αποκεντρωμένη παροχή υπηρεσιών, τοπική γνώση, κοινωνικό έλεγχο και ουσιαστική συμμετοχή των αιρετών οργάνων.

Το νομοσχέδιο αφαιρεί καθολικά την αρμοδιότητα από την Αυτοδιοίκηση και τη μεταφέρει σε δύο εισηγμένες στο Χρηματιστήριο ανώνυμες εταιρείες.

Το άρθρο 102 του Συντάγματος κατοχυρώνει τη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ και το τεκμήριο αρμοδιότητάς τους για τις τοπικές υποθέσεις. Ο νομοθέτης μπορεί να ανακατανέμει αρμοδιότητες, δεν μπορεί όμως να καταργεί στην πράξη τον πυρήνα της Αυτοδιοίκησης χωρίς ειδική αιτιολόγηση, χωρίς έλεγχο αναγκαιότητας και χωρίς εξέταση ηπιότερων λύσεων.

Το ίδιο το Σύνταγμα επιτρέπει ακόμη και αναγκαστικούς συνδέσμους ΟΤΑ για την παροχή υπηρεσιών, αλλά απαιτεί να διοικούνται από αιρετά όργανα. Η πρόβλεψη αυτή αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρξει υπερτοπική συνεργασία χωρίς την εξαφάνιση της αυτοδιοικητικής λογοδοσίας.

Η υποχρεωτική και καθολική αφαίρεση της αρμοδιότητας ύδρευσης, χωρίς τη συναίνεση των Δήμων, χωρίς αποφασιστική συμμετοχή των αιρετών οργάνων και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 102 του Συντάγματος και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.

Η αντίφαση με τον πρόσφατα ψηφισμένο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι επίσης προφανής. Ο Κώδικας προέκρινε τις εθελοντικές συνενώσεις των ΔΕΥΑ. Λίγες εβδομάδες αργότερα, άλλο νομοθέτημα εγκαταλείπει τη συναίνεση και επιβάλλει την υποχρεωτική ενσωμάτωση.

Δεν μπορεί το ένα Υπουργείο να νομοθετεί την εθελοντική συνεργασία και το άλλο να επιβάλλει τον διοικητικό εξαναγκασμό, χωρίς καν να εξηγεί τη θεσμική αυτή μεταστροφή.

  1. Δημόσιος χαρακτήρας δεν σημαίνει απλώς κρατική πλειοψηφία των μετοχών

Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ διαθέτουν σημαντική τεχνογνωσία στα δίκτυα ύδρευση-αποχέτευσης, έμπειρο προσωπικό και κρίσιμες υποδομές. Παράλληλα, όμως, είναι εισηγμένες ανώνυμες εταιρείες, λειτουργούν σύμφωνα με το εταιρικό δίκαιο και έχουν υποχρεώσεις όχι μόνο απέναντι στο Δημόσιο και στους καταναλωτές, αλλά και απέναντι στους ιδιώτες μετόχους τους.

Οι ΔΕΥΑ και οι δημοτικές υπηρεσίες λειτουργούν ως τοπικοί κοινωφελείς φορείς, χωρίς σκοπό διανομής κερδών. Η μεταφορά τους στις δύο εισηγμένες εταιρείες αλλάζει το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λαμβάνονται οι αποφάσεις για: τις επενδύσεις, τα τιμολόγια, την κατανομή των πόρων, τη στελέχωση, τις εργολαβικές αναθέσεις, την προτεραιοποίηση των έργων.

Η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί μια ουδέτερη διοικητική διευθέτηση.

Το Δημόσιο νερό δεν εξασφαλίζεται μόνο με το 50% συν μία μετοχή. Εξασφαλίζεται με καθολική πρόσβαση, κοινωνικά δίκαιη τιμολόγηση, προστασία από διακοπές υδροδότησης, δημόσια λογοδοσία, ουσιαστική συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης, των εργαζομένων και των πολιτών και σαφή υπεροχή του κοινωνικού συμφέροντος απέναντι στην εταιρική απόδοση.

Με τη διεύρυνση στο αντικείμενο των δύο εισηγμένων εταιρειών η λειτουργία των υπηρεσιών ύδατος υποτάσσεται σε χρηματοοικονομικά κριτήρια, στη διεύρυνση της ρυθμιζόμενης περιουσιακής βάσης και στην απόδοση επί των επενδεδυμένων κεφαλαίων.

Η απλή επίκληση του «δημόσιου ελέγχου» δεν αρκεί. Χρειάζονται συγκεκριμένες θεσμικές εγγυήσεις, οι οποίες απουσιάζουν.

 

  1. Οι Δήμοι μετατρέπονται από αποφασίζοντες σε θεατές

Το άρθρο 10 προβλέπει ειδικό συντονιστή και Συμβουλευτικό Συμβούλιο Συντονιστών. Οι αρμοδιότητές τους, όμως, περιορίζονται στην ενημέρωση, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στη διατύπωση εισηγήσεων χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα.

Ο συντονιστής: δεν συναποφασίζει για το επενδυτικό πρόγραμμα, δεν εγκρίνει τα τιμολόγια, δεν καθορίζει την κοινωνική πολιτική, δεν μπορεί να επιβάλει την προτεραιότητα ενός τοπικού έργου, δεν διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας, δεν δεσμεύει το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας.

Αντί για ουσιαστική συμμετοχή το νομοσχέδιο υλοποιεί θεσμοθετημένη ακρόαση χωρίς αποφασιστική αρμοδιότητα.

Οι αιρετές διοικήσεις καλούνται να παραδώσουν την αρμοδιότητα και στη συνέχεια να υποβάλλουν παρατηρήσεις σε εκείνους που θα αποφασίζουν.

Για να υπάρχει πραγματική αυτοδιοικητική συμμετοχή απαιτούνται: συναπόφαση για τα τοπικά επενδυτικά σχέδια, δεσμευτική διαβούλευση, υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας για την απόρριψη δημοτικών προτάσεων, συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης στα όργανα διοίκησης, δημόσια παρακολούθηση των έργων και των δαπανών ανά Δήμο, αρμοδιότητα παρέμβασης σε ζητήματα κοινωνικών τιμολογίων και τοπικών περιβαλλοντικών αναγκών.

Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο που πρέπει πρώτα να παρακαμφθεί και ύστερα να ενημερωθεί.

 

  1. Τυπική κυριότητα χωρίς πραγματικό έλεγχο της δημοτικής περιουσίας

Η δυνατότητα των Δήμων να διατηρήσουν την κυριότητα των παγίων παρουσιάζεται ως σημαντική εγγύηση.

Η ρύθμιση αυτή αποτελεί βελτίωση σε σχέση με προηγούμενες εκδοχές, αλλά δεν επιλύει το ουσιαστικό πρόβλημα.

Ακόμη και όταν η κυριότητα παραμένει στον Δήμο, η δραστηριότητα μεταφέρεται υποχρεωτικά στην ΕΥΔΑΠ ή την ΕΥΑΘ. Η εταιρεία αποκτά τη χρήση, τη διαχείριση, την εκμετάλλευση, τη συντήρηση και την επισκευή των υποδομών.

Ο Δήμος μπορεί να παραμένει ιδιοκτήτης στα χαρτιά, αλλά χάνει τον πραγματικό έλεγχο της λειτουργίας, των εσόδων, των επενδύσεων και της αξιοποίησης της περιουσίας του.

Η κυριότητα χωρίς χρήση, διοίκηση και έλεγχο κινδυνεύει να καταστεί κενό γράμμα.

Σοβαρά ερωτήματα δημιουργεί και η διαδικασία αποτίμησης. Η χρήση της Καθαρής Παρούσας Αξίας αποτιμά κυρίως τις μελλοντικές χρηματοροές και όχι κατ’ ανάγκη τη λογιστική, κοινωνική ή αναπαραγωγική αξία των υποδομών.

Μια ΔΕΥΑ μπορεί να παρουσιάζει μικρό ή αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα, επειδή λειτουργεί χωρίς σκοπό κερδοφορίας και παρέχει υπηρεσίες στο κόστος. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δίκτυα, τα αντλιοστάσια, οι γεωτρήσεις, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας και τα έργα της δεν έχουν πραγματική αξία.

Δεν μπορεί η μη κερδοσκοπική λειτουργία ενός δημόσιου φορέα να μετατρέπεται σε μηχανισμό υποτίμησης της περιουσίας του.

Ιδιαίτερη προστασία απαιτείται για έργα που χρηματοδοτήθηκαν με: δημοτικά τέλη, ίδιους πόρους των Δήμων, κρατικές επιχορηγήσεις, ευρωπαϊκά προγράμματα, δανεισμό για την κάλυψη ίδιας συμμετοχής.

Δεν είναι αποδεκτό να μεταφέρονται δημόσιες υποδομές μεγάλης αξίας με τίμημα που υπολογίζεται κυρίως με βάση την περιορισμένη ή μηδενική κερδοφορία τους. Ακόμη πιο παράλογο είναι να υπάρχει περίπτωση ένας Δήμος να επιβαρυνθεί οικονομικά επειδή η αποτίμηση της δραστηριότητάς του υπολογίστηκε ως αρνητική.

Απαιτούνται:

  1. Πλήρης τεχνική και οικονομική καταγραφή πριν από οποιαδήποτε μεταφορά.
  2. Ανεξάρτητη αποτίμηση και όχι αποκλειστικά από συμβούλους που επιλέγουν οι εταιρείες που αποκτούν τη δραστηριότητα.
  3. Συνυπολογισμός της λογιστικής και της αναπαραγωγικής αξίας των υποδομών.
  4. Ειδική προστασία των κρατικών και ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων.
  5. Ρητή απαγόρευση μετακύλισης αρνητικής αποτίμησης στους Δήμους.
  6. Σαφής κατανομή των οικονομικών, δικαστικών και περιβαλλοντικών υποχρεώσεων.
  7. Πλήρης δικαστική προστασία πριν δημιουργηθούν μη αναστρέψιμα αποτελέσματα.

  1. Το νομοσχέδιο δεν εγγυάται ότι οι πολίτες θα πληρώνουν λιγότερα

Η τιμή του νερού είναι το ερώτημα που αφορά άμεσα κάθε νοικοκυριό, κάθε επιχείρηση και κάθε αγρότη. Κι όμως, το νομοσχέδιο δεν απαντά στο βασικό ερώτημα:

Μετά την υποχρεωτική μεταφορά οι πολίτες θα πληρώνουν λιγότερο, το ίδιο ή περισσότερο;

Δεν παρουσιάζονται συγκεκριμένες εκτιμήσεις ανά περιοχή.

Τα νέα τιμολόγια θα επηρεάζονται από: το κόστος των επενδύσεων, τη συντήρηση των νέων δικτύων, τις υποχρεώσεις που μεταφέρονται, το κόστος χρηματοδότησης, τη ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση, την αναγνωριζόμενη απόδοση επί των επενδεδυμένων κεφαλαίων, το κόστος της ίδιας της μετάβασης.

Το κόστος των ελέγχων, των αποτιμήσεων και των συμβούλων εντάσσεται επίσης στη ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση. Δηλαδή, ακόμη και το κόστος της κυβερνητικής επιλογής μπορεί τελικά να επιστρέψει στους καταναλωτές μέσω των τιμολογίων.

Παρά τη σημασία του θέματος, προβλέπεται μεταβατική προστασία μόνο για τα τιμολόγια άρδευσης και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Δεν υπάρχει αντίστοιχη ρητή προστασία για την ύδρευση και την αποχέτευση.

Δεν κατοχυρώνεται:η διατήρηση των ευνοϊκότερων τοπικών κοινωνικών τιμολογίων, ανώτατο όριο αύξησης, προστασία της βασικής οικιακής κατανάλωσης, δωρεάν ή χαμηλού κόστους ελάχιστη ποσότητα νερού, απαγόρευση πλήρους διακοπής της υδροδότησης για οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά.

Η ανάκτηση του κόστους θα μετατραπεί σε μηχανισμό μεταφοράς κάθε επενδυτικού και χρηματοοικονομικού βάρους στους λογαριασμούς των πολιτών.

 

  1. Τεράστια επέκταση χωρίς δεσμευτικό σχέδιο στελέχωσης

Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ διαθέτουν τεχνογνωσία στη λειτουργία δικτύων ύδρευσης-αποχέτευσης . Δεν διαθέτουν καμία τεχνογνωσία στο αρδευτικό νερό και στα δίκτυα ομβρίων και δε διαθέτουν απεριόριστο προσωπικό, εξοπλισμό και οργανωτικές δυνατότητες.

Καλούνται να αναλάβουν ταυτόχρονα: νέες περιφερειακές ενότητες, εκατοντάδες εγκαταστάσεις, διαφορετικά και συχνά πεπαλαιωμένα δίκτυα, γεωτρήσεις και τοπικούς υδροφορείς, βιολογικούς καθαρισμούς, αντλιοστάσια, υπηρεσίες άρδευσης, δίκτυα ομβρίων, ορεινούς και απομακρυσμένους οικισμούς, περιοχές με μεγάλη τουριστική εποχικότητα.

Δεν υπάρχει όμως σαφές και κοστολογημένο πρόγραμμα:μόνιμων προσλήψεων, δημιουργίας τοπικών συνεργείων, προμήθειας εξοπλισμού, αποκεντρωμένης εξυπηρέτησης, οργανωτικής και ψηφιακής ενοποίησης.

Το αρχικό υλικό για τη δομή της παρέμβασης ορθά επισημαίνει ότι η γεωγραφική και λειτουργική διεύρυνση συνοδεύεται από κρίσιμες νέες αρμοδιότητες, χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη ενίσχυση σε προσωπικό και πόρους.

Ο κίνδυνος είναι διπλός: να επιβαρυνθούν περαιτέρω οι υφιστάμενες υπηρεσίες των δύο εταιρειών, να υποβαθμιστεί η εξυπηρέτηση των νέων και απομακρυσμένων περιοχών.

Οι υποσχέσεις περί «οικονομιών κλίμακας» δεν αρκούν. Χωρίς προσωπικό και τοπική επιχειρησιακή παρουσία, οι οικονομίες κλίμακας μπορεί να σημαίνουν απλώς λιγότερα συνεργεία, μεγαλύτερους χρόνους αποκατάστασης και υπηρεσίες ακόμη πιο μακριά από τον πολίτη.

Πρέπει να θεσπιστούν δεσμευτικά πρότυπα: μέγιστου χρόνου αποκατάστασης βλαβών, ελάχιστης στελέχωσης ανά περιοχή, λειτουργίας τοπικών συνεργείων, χρόνου ανταπόκρισης σε παράπονα, χρόνου νέας σύνδεσης, τακτικής συντήρησης, δημοσιοποίησης δεικτών ποιότητας ανά Δήμο.

  1. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως λογιστικό στοιχείο της μεταφοράς

Το νομοσχέδιο προβλέπει τη μεταφορά προσωπικού και διακηρύσσει ότι οι εργαζόμενοι θα έχουν ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με το προσωπικό της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ.

Δεν περιγράφει όμως με σαφήνεια πώς θα ενοποιηθούν: διαφορετικά μισθολογικά καθεστώτα, συλλογικές συμβάσεις, κανονισμοί προσωπικού, επιδόματα, βαθμολογική εξέλιξη, θέσεις ευθύνης, τόποι εργασίας, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Οι γενικές διαβεβαιώσεις δεν αρκούν. Χρειάζονται ρητές και δεσμευτικές εγγυήσεις: καμία απόλυση, καμία μείωση αποδοχών, αναγνώριση ολόκληρης της προϋπηρεσίας, διατήρηση ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, πλήρης εφαρμογή της ευνοϊκότερης συλλογικής ρύθμισης, προστασία του τόπου εργασίας, διαφανής ένταξη σε θέσεις και κλάδους, αξιοποίηση της τοπικής τεχνογνωσίας, πρόγραμμα νέων μόνιμων προσλήψεων.

Η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να στηριχθεί στην εντατικοποίηση της εργασίας και στην επέκταση των εργολαβιών.

 

  1. Η μεταφορά των ομβρίων δημιουργεί νέο κατακερματισμό ευθυνών

Το νομοσχέδιο μεταφέρει τη διαχείριση των δικτύων ομβρίων στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, αλλά αφήνει τον καθαρισμό των φρεατίων στους Δήμους. Η διάκριση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πεδίο μετακύλισης ευθυνών. Σε ένα πλημμυρικό επεισόδιο ποιος θα ευθύνεται: για το φραγμένο φρεάτιο; για την ανεπαρκή συντήρηση του αγωγού; για τη χαμηλή παροχετευτικότητα; για την καθυστέρηση ενός έργου επέκτασης; για τον επιχειρησιακό συντονισμό; για την αποζημίωση των πληγέντων;

Η αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να τεμαχίζεται μεταξύ εταιρειών, Δήμων, Περιφερειών και Υπουργείων χωρίς απολύτως σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων.

Απαιτούνται: ενιαίο επιχειρησιακό πρωτόκολλο, κοινό πληροφοριακό σύστημα, σαφής χρηματοδότηση, προσδιορισμός της ευθύνης κάθε φορέα, κοινά σχέδια συντήρησης και επέμβασης,  μόνιμος μηχανισμός συντονισμού.

 

  1. Τα άρθρα για τη λειψυδρία διευκολύνουν τις κατεπείγουσες διαδικασίες, τις αναθέσεις έργων και την τροποποίηση υφιστάμενων σχεδίων

Η κλιματική κρίση χρησιμοποιείται ως γενικό άλλοθι για περιορισμό του ανταγωνισμού στις αναθέσεις, εξασθένηση των περιβαλλοντικών ελέγχων, παράκαμψη των τοπικών κοινωνιών, αποφάσεις χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, μεγάλα έργα χωρίς εξέταση εναλλακτικών λύσεων.

Η επιλογή αναδόχων με διαδικασίες διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση πρέπει να αποτελεί απολύτως εξαιρετική λύση, με αυστηρή αιτιολόγηση, πλήρη δημοσιότητα, χρονικούς περιορισμούς και ανεξάρτητο έλεγχο.

Η αντιμετώπιση της λειψυδρίας δεν είναι μόνο και κυρίως ζήτημα νέων φραγμάτων, μεταφοράς νερού, γεωτρήσεων και αφαλατώσεων. Είναι πρωτίστως ζήτημα: μείωσης των διαρροών,  προστασίας των υδροφορέων, ελέγχου των παράνομων αντλήσεων, επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων, συλλογής και αξιοποίησης όμβριων υδάτων, αλλαγής των υδροβόρων παραγωγικών πρακτικών, περιορισμού της σπατάλης, σύνδεσης της τουριστικής και πολεοδομικής ανάπτυξης με τη φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής.

Το νομοσχέδιο δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση της προσφοράς παρά στη διαχείριση της ζήτησης. Αναζητεί περισσότερο νερό χωρίς να αλλάζει επαρκώς το μοντέλο που το σπαταλά. Δεν είναι ολιστική πολιτική.

 

  1. Ολοκληρωμένη διαχείριση σημαίνει σχεδιασμός ανά λεκάνη απορροής

Η διαχείριση του νερού πρέπει να γίνεται με βάση τη φυσική ενότητα του υδατικού συστήματος και όχι μόνο τα διοικητικά ή εταιρικά όρια. Το νερό των ποταμών, των λιμνών, των υπόγειων υδροφορέων, των πηγών, των αρδευτικών και αστικών δικτύων αποτελεί ενιαίο κύκλο.

Η ολοκληρωμένη διαχείριση πρέπει να συνδέει: την ύδρευση, την άρδευση, την αποχέτευση, την αντιπλημμυρική προστασία, τα οικοσυστήματα, τη γεωργία, τη βιομηχανία, τον τουρισμό, τις χρήσεις γης, την κλιματική προσαρμογή.

Η αρχή της λεκάνης απορροής δεν πρέπει όμως να μετατρέπεται σε πρόσχημα για τη συγκέντρωση της διαχείρισης σε λίγες εταιρικές δομές, μακριά από τις τοπικές κοινωνίες.

Ο σχεδιασμός πρέπει να είναι υπερτοπικός, αλλά η διοίκηση δημόσια, αποκεντρωμένη, διαφανής και κοινωνικά ελεγχόμενη.

 

  1. Η ΡΑΑΕΥ και η ΚΥΑ τιμολόγησης μεταφέρουν το κόστος της συγχώνευσης στους καταναλωτές. Θα γίνει το νερό σαν το ρεύμα ακριβό;

Η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της ΡΑΑΕΥ δεν αποτελεί μια ουδέτερη διοικητική μεταβολή. Με το Κεφάλαιο ΣΤ΄ η Αρχή αποκτά αποφασιστικό ρόλο στην έγκριση των τιμολογίων, εφαρμόζοντας την ΚΥΑ 103755/2994/26.9.2024, η οποία οργανώνει την τιμολόγηση των υπηρεσιών ύδατος με βάση την ανάκτηση του κόστους.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιο κόστος θα κληθούν να ανακτήσουν τα νέα τιμολόγια. Το νομοσχέδιο προβλέπει ρητά ότι οι δαπάνες για την υλοποίηση της συγχώνευσης —οικονομικοί, τεχνικοί, νομικοί και φορολογικοί έλεγχοι, αποτιμήσεις και αμοιβές συμβούλων— κεφαλαιοποιούνται, εντάσσονται στη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση των εταιρειών και αναγνωρίζονται ως δικαιολογούμενο χρηματοοικονομικό κόστος κατά τον καθορισμό του απαιτούμενου εσόδου από τη ΡΑΑΕΥ.

Το κόστος της κυβερνητικής επιλογής δεν θα βαρύνει μόνο τον κρατικό προϋπολογισμό ή τις εταιρείες. Θα ενσωματωθεί στον μηχανισμό υπολογισμού των τιμολογίων. Στο απαιτούμενο έσοδο θα προστεθούν επίσης το κόστος των νέων επενδύσεων, η συντήρηση των δικτύων, το χρηματοοικονομικό κόστος, η απόσβεση των υποδομών και η προβλεπόμενη απόδοση επί της Ρυθμιζόμενης Περιουσιακής Βάσης.

Επομένως, στις περιοχές όπου τα σημερινά τιμολόγια των Δήμων και των ΔΕΥΑ δεν καλύπτουν το νέο συνολικό αναγνωριζόμενο κόστος, η αύξηση δεν αποτελεί έναν θεωρητικό κίνδυνο. Η προς τα πάνω αναπροσαρμογή γίνεται πρακτικά υποχρεωτική, προκειμένου να επιτευχθεί το απαιτούμενο έσοδο που θα εγκρίνει η ΡΑΑΕΥ. Οι πολίτες θα κληθούν έτσι να χρηματοδοτήσουν μέσω των λογαριασμών τους όχι μόνο το νερό που καταναλώνουν, αλλά και το κόστος της ίδιας της συγχώνευσης.

Η ανησυχία εντείνεται επειδή το νομοσχέδιο δεν προβλέπει ουσιαστική μεταβατική προστασία για τα τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης. Η προσωρινή διατήρηση των υφιστάμενων τιμών αφορά μόνο την άρδευση και μόνο για τρία χρόνια. Για την ύδρευση και την αποχέτευση δεν υπάρχει αντίστοιχο πάγωμα, ανώτατο όριο αύξησης ή εγγύηση διατήρησης των ευνοϊκότερων κοινωνικών τιμολογίων.

Η κυβέρνηση, συνεπώς, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η μεταρρύθμιση δεν θα επιβαρύνει τους καταναλωτές, όταν το ίδιο το νομοσχέδιο προβλέπει τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι δαπάνες της θα περάσουν στα τιμολόγια. Η συγχώνευση δεν είναι δωρεάν. Το νομοσχέδιο προετοιμάζει ώστε το κόστος της να πληρωθεί από τους πολίτες.

 

  1. Η εναλλακτική πρόταση

Η κατηγορηματική αντίθεση στο νομοσχέδιο δεν σημαίνει αποδοχή της σημερινής κατάστασης. Δεν λειτουργούν όλες οι ΔΕΥΑ αποτελεσματικά. Υπάρχουν προβλήματα υποστελέχωσης, οικονομικής διαχείρισης, τεχνικών ελλείψεων και άνισης ποιότητας υπηρεσιών. Αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν και όχι να αποκρυφθούν.

Η λύση δεν είναι η οριζόντια κατάργηση όλων των τοπικών σχημάτων, ανεξάρτητα από την κατάσταση, την αποτελεσματικότητα και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.

Απαιτείται ένα συνεκτικό πρόγραμμα δημόσιας μεταρρύθμισης:

Πρώτον: σχεδιασμός ανά λεκάνη απορροής

Με δεσμευτικά υδατικά ισοζύγια, προστασία των οικοσυστημάτων και σύνδεση των διαθέσιμων πόρων με τον αναπτυξιακό σχεδιασμό.

Δεύτερον: αντικειμενική αξιολόγηση όλων των παρόχων

Με ενιαίους δείκτες ποιότητας νερού, απωλειών δικτύου, περιβαλλοντικής επίδοσης, οικονομικής διαχείρισης και εξυπηρέτησης πολιτών.

Οι αποτελεσματικοί φορείς πρέπει να στηρίζονται. Οι προβληματικοί να εξυγιαίνονται με συγκεκριμένο σχέδιο.

Τρίτον: εθελοντικές και τεκμηριωμένες συνεργασίες

Οι συνενώσεις και οι διαδημοτικές συνεργασίες πρέπει να προχωρούν όταν αποδεικνύεται ότι βελτιώνουν τις υπηρεσίες και με τη συναίνεση των αιρετών οργάνων και των τοπικών κοινωνιών.

Τέταρτον: δημόσιο επενδυτικό πρόγραμμα

Για αντικατάσταση παλαιών δικτύων, τηλεμετρία, μείωση διαρροών, ενεργειακή αυτονομία, αναβάθμιση βιολογικών καθαρισμών, επαναχρησιμοποίηση και προστασία υδροφορέων.

Οι επενδύσεις αυτές δεν μπορεί να χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από τους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Πέμπτον: μόνιμο προσωπικό και τεχνική υποστήριξη

Σε ΔΕΥΑ, Δήμους, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΓΟΕΒ, ΤΟΕΒ, Περιφέρειες και ελεγκτικούς φορείς.

Έκτον: δημοκρατικός και κοινωνικός έλεγχος

Με αποφασιστική συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης, των εργαζομένων, των καταναλωτών, των αγροτών και των περιβαλλοντικών φορέων.

Έβδομον: καθολική πρόσβαση και δίκαιη τιμολόγηση

Με προστασία της βασικής ανθρώπινης κατανάλωσης και αυξημένη χρέωση της σπατάλης, της υπερκατανάλωσης και των ιδιαίτερα υδροβόρων κερδοσκοπικών χρήσεων.

 

Συμπέρασμα. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη ρύθμιση, αλλά για νέο εθνικό μοντέλο συγκέντρωσης

Το νομοσχέδιο αλλάζει το μοντέλο διαχείρισης του νερού, αφαιρεί κρίσιμες αρμοδιότητες από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, συγκεντρώνει τη διοίκηση και τα έσοδα σε δύο εισηγμένες εταιρείες, μεταφέρει τεράστια περιουσιακά και επιχειρησιακά βάρη χωρίς ολοκληρωμένη προηγούμενη  αποτίμηση και αφήνει αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα για τα τιμολόγια, τη στελέχωση, τις επενδύσεις και την ποιότητα των υπηρεσιών.

Το νομοσχέδιο δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ρύθμιση για την Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό συγκέντρωσης της διαχείρισης των υδάτων σε λίγους μεγάλους εταιρικούς και περιφερειακούς φορείς. Η επέκταση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, η ενίσχυση του ΟΔΥΘ στη Θεσσαλία, η δραστηριοποίηση της ΕΥΔΑΠ Νήσων και η προοπτική αντίστοιχης αναδιοργάνωσης στην Κρήτη συνθέτουν σταδιακά ένα νέο εθνικό μοντέλο.

Επομένως, δεν συζητούμε μόνο για την τύχη ορισμένων ΔΕΥΑ και δημοτικών υπηρεσιών. Συζητούμε για την προοπτική αντικατάστασης της αποκεντρωμένης και αυτοδιοικητικής διαχείρισης από λίγους μεγάλους φορείς εταιρικής μορφής. Μια τόσο βαθιά αλλαγή δεν μπορεί να προχωρεί αποσπασματικά, περιοχή προς περιοχή, χωρίς προηγούμενη δημόσια συζήτηση για το συνολικό μοντέλο που επιδιώκεται για τη χώρα.

Ποιος τελικά ωφελείται από το νέο μοντέλο;

Η συγκέντρωση της διαχείρισης σε λίγους μεγάλους φορείς, η διεύρυνση της ρυθμιζόμενης περιουσιακής βάσης, τα εκτεταμένα επενδυτικά προγράμματα και οι διαδικασίες ταχείας ανάθεσης δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ελκυστικό πεδίο για μεγάλους κατασκευαστικούς, χρηματοδοτικούς και πολυεθνικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στα έργα ύδρευσης, αποχέτευσης, άρδευσης, αφαλάτωσης και επεξεργασίας λυμάτων.

Είναι όμως απολύτως σαφές ποιο οικονομικό πεδίο δημιουργεί το νομοσχέδιο: λίγοι μεγάλοι αναθέτοντες φορείς, μεγάλα και συγκεντρωμένα επενδυτικά προγράμματα, διευρυμένες εργολαβικές δυνατότητες και ανάκτηση των σχετικών δαπανών μέσω των τιμολογίων.

Οι ιδιωτικοί όμιλοι θα μπορούν να αναλαμβάνουν έργα και υπηρεσίες, ενώ το κόστος των επενδύσεων, της χρηματοδότησης και της ίδιας της αναδιοργάνωσης θα μεταφέρεται στους καταναλωτές. Η κυβέρνηση οφείλει, συνεπώς, να απαντήσει ποιοι θα είναι οι πραγματικοί οικονομικοί ωφελημένοι από τη νέα δομή και με ποιες εγγυήσεις θα αποτραπεί η μετατροπή των δημόσιων υποδομών νερού σε πεδίο εγγυημένων εργολαβικών αποδόσεων.

Η κυβέρνηση ζητά να εγκριθεί πρώτα η πολιτική της επιλογή και υπόσχεται ότι θα υπολογίσει αργότερα το πραγματικό κόστος και τις συνέπειές της.

Αυτό δεν είναι σοβαρή μεταρρύθμιση. Είναι θεσμικός και επιχειρησιακός τυχοδιωκτισμός σε έναν τομέα όπου δεν επιτρέπονται πειραματισμοί.

Η βιαστική προώθηση του νομοσχεδίου μέσα στο καλοκαίρι, χωρίς προηγούμενο διάλογο και με μόλις δέκα ημέρες διαβούλευσης, ενισχύει την εντύπωση ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει τον δημόσιο έλεγχο και να δημιουργήσει τετελεσμένα πριν οργανωθεί η κοινωνική και θεσμική αντίδραση.

Το νερό ως δημόσιο και κοινωνικό αγαθό δεν προστατεύεται με διακηρύξεις. Προστατεύεται όταν διασφαλίζονται: η καθολική και οικονομικά προσιτή πρόσβαση, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα, ο δημοκρατικός και κοινωνικός έλεγχος, η προστασία της δημόσιας και δημοτικής περιουσίας, η διαφάνεια, η επαρκής στελέχωση,  η λογοδοσία απέναντι στους πολίτες.

Για τους λόγους αυτούς, το νομοσχέδιο δεν πρέπει να κατατεθεί για ψήφιση στη Βουλή.

Να προηγηθεί ουσιαστική και επαρκής δημόσια διαβούλευση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους φορείς ύδρευσης, τους εργαζομένους, την επιστημονική κοινότητα, τους αγρότες και τις τοπικές κοινωνίες.

Η αναγκαία μεταρρύθμιση πρέπει να στηρίζεται στη γνώση, στη συνεργασία, στη δημόσια χρηματοδότηση και στη δημοκρατική λογοδοσία — όχι στη βιασύνη, στον διοικητικό εξαναγκασμό και στη δημιουργία τετελεσμένων.

Το νερό δεν είναι εταιρικό χαρτοφυλάκιο. Είναι δημόσιο αγαθό, φυσικός πόρος και θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα ζωτικής σημασίας. Η διαχείρισή του δεν μπορεί να αποφασίζεται ερήμην της κοινωνίας.

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τις απόψεις των συγγραφέων τους

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ