Ψυττάλεια: Το ελληνικό Αλκατράζ που έγινε το νεφρό της Αθήνας

Από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας μέχρι τις ναυτικές φυλακές, που την έκαναν να μοιάζει με το ελληνικό Αλκατράζ, η Ψυττάλεια συνδέθηκε με τόσους θρύλους, όσες και οι γλαροφωλιές της. Σήμερα φιλοξενεί ένα από τα μεγαλύτερα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων στον κόσμο και βρίσκεται για μία ακόμη φορά στην επικαιρότητα.

Κείμενο: Μιχάλης Γελασάκης – Φωτογραφίες: Χρήστος Τόλης (Sub.Urban Images)

Η Ψυττάλεια είναι μια ακατοίκητη νησίδα του Σαρωνικού ακριβώς απέναντι από το Κερατσίνι, με μήκος μόλις ενάμισι χιλιόμετρο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έγινε διάσημη όταν αποφασίστηκε να κατασκευαστεί εκεί το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛΨ) Για πολλά χρόνια το όνομά της απασχολούσε την επικαιρότητα λόγω των πολυσυζητημένων εργολαβικών διαδικασιών, των πολιτικών αντιπαραθέσεων και της δυσοσμίας που έφτανε μέχρι τα παραθαλάσσια δυτικά προάστια του Πειραιά. Αρκετοί πιστεύουν ότι είναι χωματερή, ενώ οι περισσότεροι αγνοούν ότι την έχουν δει πολλές φορές ταξιδεύοντας με καράβι από τον Πειραιά.

Σήμερα η Ψυττάλεια είναι και πάλι στην επικαιρότητα. Αυτήν τη φορά για τα δείγματα λυμάτων που λαμβάνονται καθημερινά και αναλύονται στα εργαστήρια Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με σκοπό την ανίχνευση του ιικού φορτίου, που θεωρείται σημαντικό δεδομένο για την εκτίμηση της πανδημίας.

Στις 14:15, ενώ είχε πλευρίσει την Ψυττάλεια, το ρυμουλκό βυθίστηκε αύτανδρο μέσα σε ελάχιστα λεπτά, παρασύροντας στον πάτο της θάλασσας σχεδόν όλους τους επιβαίνοντες, αφού η τέντα τούς εγκλώβισε, η δίνη τούς παρέσυρε στον βυθό και δεν τους επέτρεπε να αναδυθούν. Κάποιοι που πρόλαβαν να πηδήξουν στη θάλασσα, πριν βυθιστεί το πλοιάριο, και αφού έφτασαν, κολυμπώντας, στην κοντινή ακτή, τσακίστηκαν στα βράχια από τα κύματα. Τελικά, οι επιζώντες ήταν ελάχιστοι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μετρήσεις στα λύματα της Αττικής δεν είναι νέα «μόδα» λόγω κορωνοϊού. Η διαδικασία, όπως μας εξηγεί ο κ. Ηρακλής Καραγιάννης, προϊστάμενος των εγκαταστάσεων, ξεκίνησε τα χρόνια του πρώτου μνημονίου. Οι αναλύσεις έχουν δείξει τεράστια άνοδο στη χρήση αντικαταθλιπτικών και ναρκωτικών ουσιών από τους Αθηναίους.

Για να φτάσει κανείς στο νησί-εργοστάσιο πρέπει πρώτα να πάει στις παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις της ΕΥΔΑΠ στην τοποθεσία «Ακροκέραμος» του Κερατσινίου και από εκεί με πλωτά μέσα να περάσει απέναντι, σε λιγότερο από 10 λεπτά. Στην πολύ σύντομη διαδρομή νιώθεις δέος μπροστά στους τεράστιους γερανούς με τα χιλιάδες κοντέινερ που περιμένουν την τακτοποίησή τους αλλά και στα πελώρια κοντεϊνεράδικα που ρυμουλκούνται αργά και βουβά προς τις θέσεις φορτοεκφόρτωσης. Αυτή η σύντομη διαδρομή διασχίζει κάθετα το ένα από τα δύο πολυσύχναστα περάσματα εμπορικών και πολεμικών πλοίων με προορισμό τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας.

Λίγο πριν από την αποβίβαση στην Ψυττάλεια, το πρώτο καλωσόρισμα έρχεται από διάφορα θαλασσοπούλια. Αμέσως μετά αντιλαμβάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε βιομηχανική ζώνη. Τα μόνα σημεία που ξεφεύγουν από την κυρίαρχη βιομηχανική εικόνα είναι ο λόφος στον οποίο βρίσκεται ο φάρος, με το μικρό πυκνόφυτο άλσος που προέκυψε από δενδροφύτευση, το εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου και ένας μικρός περιφραγμένος αρχαιολογικός χώρος. Η θέα που απολαμβάνεις προς τη Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, το Πέραμα, τη Σαλαμίνα, τα Λιπάσματα, τα διερχόμενα πλοία και το απέραντο γαλάζιο είναι σαγηνευτική!

Η προϊστορία της Λειψοκουτάλας

Παλιότερα, λόγω σχήματος, η Ψυττάλεια ονομαζόταν Λειψοκουτάλα. Πριν από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ., Πέρσες ευγενείς με τη φρουρά τους εγκαταστάθηκαν στο νησί για να παρακολουθήσουν με σιγουριά, από κοντά, τα ελληνικά πλοία να βυθίζονται. Η τύχη, η τακτική και ο Θεμιστοκλής επιφύλαξαν άλλη μοίρα στους Πέρσες: 300 πλοία βυθίστηκαν σε μία από τις πιο σημαντικές μάχες της παγκόσμιας ιστορίας. Ο αποδεκατισμένος περσικός στόλος εγκατέλειψε τη φρουρά της Ψυττάλειας και ο Αριστείδης αποβιβάστηκε στο νησί, εξοντώνοντάς την. Γι’ αυτό ένα από τα τρόπαια της ιστορικής νίκης στήθηκε εκεί, στο νησάκι που μνημονεύεται από ιστορικούς και συγγραφείς της αρχαιότητας ως τόπος λατρείας του Πανός. Ο Αισχύλος, στην τραγωδία του «Πέρσες», αναφέρει χαρακτηριστικά:

Είναι μπροστά από τη Σαλαμίνα ένα νησί
Δύσκολο για τα καράβια αραξοβόλι
Που μόνο ο φιλοχορευτής Πάνας συχνάζει

Εορταστικές εκδηλώσεις το 1921 στην Ψυττάλεια με την παρουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Πηγή άγνωστη.

Φωτογραφία από την κατασκευή του κέντρου επεξεργασίας στην Ψυττάλεια. Φωτ.: Αρχείο ΕΥΔΑΠ

Αρχαιολογική έρευνα του 1986 αποκάλυψε κτιριακό συγκρότημα υστερορωμαϊκών χρόνων που σήμερα είναι περιφραγμένο και πιο μόνο από ποτέ. Σε διάφορα σημεία της νοτιοανατολικής πλευράς υπάρχουν ευδιάκριτα τείχη.

Το 1839 προτάθηκε από τον δήμαρχο Πειραιά ως κατάλληλος τόπος για ανέγερση λοιμοκαθαρτηρίου. Το οργανωμένο λοιμοκαθαρτήριο λειτούργησε τελικά στο κοντινό νησάκι του Αγίου Γεωργίου το 1865 και η Ψυττάλεια παρέμεινε τόπος αγκυροβολίας πλοίων που έμπαιναν σε καραντίνα. Μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα ενοικιαζόταν ως βοσκότοπος.

Είτε λόγω της φρουράς των φυλακών, είτε λόγω του λυσσαλέου καιρού που έπιανε, είτε λόγω των πολλών διερχόμενων εμπορικών πλοίων, των ισχυρών ρευμάτων και των πολλών ιστοριών με σκυλόψαρα και καρχαρίες που είχαν καταγραφεί, δεν ήταν φιλικό μέρος για τους ψαράδες. Μία από τις αιτίες που είχαν καταγραφεί πολλά περιστατικά με καρχαρίες ήταν γιατί παραλιακά της Δραπετσώνας λειτουργούσαν δημοτικά σφαγεία και πολλά πεθαμένα ζώα κατέληγαν στη θάλασσα… Από πειραϊκές εφημερίδες διαβάζουμε ότι στις 22.9.1948 ένα σκυλόψαρο κατασπάραξε έναν 18χρονο κολυμβητή απέναντι από την Ψυττάλεια.

Το εκκλησάκι του Αγίου Αλεξάνδρου και η τραγωδία του Πολεμικού Ναυτικού

Κατεβαίνοντας στην Ψυττάλεια, αριστερά, σε έναν υπερυψωμένο βράχο υπάρχει μια μικρή εκκλησία. Είναι τόσο παράταιρη πίσω από τους μεγάλους σωλήνες και τα γιγαντιαία ελαστικά μπαλόνια με το λογότυπο της ΕΥΔΑΠ, που είναι αδύνατο να μη ρωτήσεις και να μην ψάξεις περισσότερα. Αυτή είναι η ιστορία της.

Στη Μικρασιατική Καταστροφή οι απώλειες του Πολεμικού Ναυτικού ήταν μηδαμινές και κανείς δεν θα φανταζόταν ότι όσοι δεν σκοτώθηκαν στις πολεμικές συγκρούσεις θα έφευγαν με έναν δραματικό και άδοξο τρόπο.

Ήταν Σάββατο, 10.3.1923, και στην περιοχή της Σαλαμίνας έπνεαν ισχυροί άνεμοι. Οι εξοδούχοι ναύτες και αξιωματικοί περίμεναν στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας ή πάνω στα πλοία να περάσουν απέναντι στο Κερατσίνι με ρυμουλκά και λάτζες, ως συνήθως. Λόγω κακοκαιρίας τα δρομολόγια είχαν καθυστερήσει και είχαν μαζευτεί αρκετοί, περιμένοντας την πολυπόθητη έξοδο. Μόλις κόπασαν για λίγο οι άνεμοι, τα ρυμουλκά ξεκίνησαν τη μεταφορά. Ένα από αυτά ήταν το «Αλέξανδρος Ζ» (Ολλανδία, 1920) που είχε παραλάβει προσωπικό από τα θωρηκτά Αβέρωφ, Κιλκίς και Λήμνος και από μικρότερα πλοία. Το κατάστρωμά του γέμισε υπεράριθμους εξοδούχους, με αποτέλεσμα να μεταφέρει τουλάχιστον 300 ναύτες και 12 αξιωματικούς. Τα μεγάλα κύματα χτυπούσαν τη δεξιά πλευρά του, έτσι οι ναύτες, που ήταν στο κατάστρωμα, για να μη βρέχονται, μετατοπίστηκαν όλοι στην αριστερή. Άρχισε να γέρνει επικίνδυνα, ενώ, όπως έγραφαν οι εφημερίδες, οι ναύτες με το ζόρι κρατιούνταν όρθιοι από τα κύματα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι αξιωματικοί έβαλαν τις φωνές μέσα στη φασαρία, στον αέρα και στα κύματα, ώστε να μοιραστούν και στην άλλη πλευρά. Η σύγχυση έγινε μεγαλύτερη και το κακό δεν άργησε να συμβεί. Στις 14:15, ενώ είχε πλευρίσει την Ψυττάλεια, το ρυμουλκό βυθίστηκε αύτανδρο μέσα σε ελάχιστα λεπτά, παρασύροντας στον πάτο της θάλασσας σχεδόν όλους τους επιβαίνοντες, αφού η τέντα τούς εγκλώβισε, η δίνη τούς παρέσυρε στον βυθό και δεν τους επέτρεπε να αναδυθούν. Κάποιοι που πρόλαβαν να πηδήξουν στη θάλασσα, πριν βυθιστεί το πλοιάριο, και αφού έφτασαν, κολυμπώντας, στην κοντινή ακτή, τσακίστηκαν στα βράχια από τα κύματα. Τελικά, οι επιζώντες ήταν ελάχιστοι. Οι επίσημες πηγές κάνουν λόγο για 262 νεκρούς, οι εφημερίδες για 400. Στη μνήμη των θυμάτων της μεγαλύτερης τραγωδίας στη σύγχρονη ιστορία Πολεμικού Ναυτικού κηρύχθηκε εθνικό πένθος και χτίστηκε πάνω στην Ψυττάλεια η μικρή εκκλησία του Αγίου Αλεξάνδρου.

Το ρυμουλκό Αλέξανδρος Ζ της εταιρείας Αλέξανδρου Ζαλοκώστα

Ναυτικές Φυλακές Ψυττάλειας. Φωτ.: Περιοδικό «Μέντωρ»

Οι Ναυτικές Φυλακές και τα κάτεργα

Ήδη από τη δεκαετία του 1930 στην Ψυττάλεια λειτουργούσαν Ναυτικές Φυλακές, για τις οποίες, λόγω του ότι ανήκαν στο Πολεμικό Ναυτικό, δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας πολλές πληροφορίες. Ήταν, ας πούμε, το ελληνικό Αλκατράζ, αν και μετέπειτα δημιουργήθηκαν κι άλλα… Όπως μαθαίνουμε από την εφημερίδα «Ακρόπολη» (10.7.47), μόνο σε μία ημέρα συνελήφθησαν πάνω από 2.000 υποστηρικτές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, μεταξύ των οποίων γυναικόπαιδα, υπερήλικες, φυματικοί και τραυματίες, που οδηγήθηκαν στις φυλακές της Ψυττάλειας. Ήταν το περιβόητο πογκρόμ του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης Ναπολέοντα Ζέρβα. Εκεί όμως δεν υπήρχε χώρος για όλους, με αποτέλεσμα εκατοντάδες άνθρωποι να μείνουν μία και δύο μέρες κάτω από τον καυτό ήλιο, χωρίς φαγητό και νερό, βάζοντας πάνω τους κομμένους θάμνους για σκιά, μέχρι να γίνει η διαλογή τους και να φορτωθούν σε καράβια με σκοπό την εξορία. Η ανταπόκριση του συλληφθέντος Δημήτρη Χατζή (εφ. «Ελεύθερη Ελλάδα», 7.1947) είναι χαρακτηριστική:

«Στον βράχο της Ψυττάλειας και οι τρεις χιλιάδες θέλουν να ζήσουν… Όταν έρχεται ο μισοχυμένος κουβάς, πέφτει πάνω του ανυπόμονο όλο το πλήθος των διψασμένων […] Το λίγο, το μετρημένο, το δύσκολα δοσμένο γλυφό νερό θα μοιραστεί σ’ όλους – από λίγο μόλις για να βρέξουν τα στεγνωμένα τους χείλια. Τη νύχτα που θ’ ανάψει ο μικρός φάρος, οι προβολείς απ’ τον Ναύσταθμο θα γυρίζουν ακοίμητοι πάνω στους τρεις χιλιάδες κολασμένους».

Για τα γεγονότα του Ιουλίου του ’47, που έστειλαν περίπου 5.000 ανθρώπους αρχικά στην Ψυττάλεια και μετά σε τόπους εξορίας, δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα της μαρτυρίας του Γιώργου Κ. Τσαπόγα:

«Στις φλογισμένες ώρες που ακολουθούν, αλαλιασμένοι από τον καύσωνα και τη δίψα, οδηγούνται στην αφυδάτωση, τη θερμοπληξία, την απώλεια συνείδησης. Κατά το μεσημέρι, οι φωνές ακούγονται ως πέρα, καθώς οι ακτές της Πειραϊκής τρεμίζουν στο λιοπύρι:

– Νερό! Πεθαίνουμε! Νερό! Μας σκοτώνουν!

Μερικοί, παραλογισμένοι από την αφυδάτωση, παρουσιάζουν παραισθήσεις και φτάνουν να πιουν θαλασσινό νερό, προσθέτοντας νέα φωτιά στα σωθικά τους… Πολλές ώρες αργότερα, τα αρματαγωγά κατάπιναν στα τρίσβαθα των αμπαριών, το βασανισμένο πλήθος, για άγνωστη μέχρι τη στιγμή εκείνη κατεύθυνση».

Κάποιες φορές, στην Ψυττάλεια έδεναν και τα «κάτεργα». Τα κάτεργα ήταν παροπλισμένα πλοία που χρησίμευαν ως πλωτές φυλακές. Αρκετές φορές παροπλισμένα πολεμικά πλοία αποτέλεσαν φυλακή πολιτικών κρατουμένων, παρόλο που ήδη υπήρχαν οι ναυτικές φυλακές. Το τελευταίο κάτεργο στην Ελλάδα ήταν το καταδρομικό «Έλλη», το οποίο μετέτρεψε και διατήρησε ως πλωτή φυλακή η χούντα μέχρι το 1974.

Από «παλιοσειρές» στο Πολεμικό Ναυτικό μάθαμε ότι την Ψυττάλεια την έλεγαν κοροϊδευτικά «Χαβάη».

Το οριστικό τέλος της ιστορίας των φυλακών γράφτηκε με την πλήρη καταστροφή των εγκαταστάσεών τους για τις ανάγκες του ΚΕΛΨ στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Ο Φάρος της Ψυττάλειας

Η πρώτη αναφορά για την κατασκευή του φάρου υπάρχει στο βιβλίο «Στατιστική Πειραιώς» του 1852, «Προς καθ’ οδήγησιν των εν καιρώ νυκτός εισπλεόντων…». Τέσσερα χρόνια αργότερα, το κράτος αναγγέλλει προς ναυτιλλομένους τη λειτουργία του. Ήταν 26.1.1856. Παλιοί πέτρινοι φάροι υπάρχουν διάσπαρτοι σε όλη την Ελλάδα, όμως αυτός  της Ψυττάλειας ήταν ο πρώτος διοπτρικός φάρος που λειτούργησε στα ελληνικά παράλια. Είναι χτισμένος στη ΒΑ πλευρά του νησιού. Τα πρώτα χρόνια εξέπεμπε σταθερό λευκό φως ορατό από απόσταση δέκα ναυτικών μιλίων.

Στα εκατόν εξήντα πέντε χρόνια λειτουργίας του έχουν γίνει πολλές αλλαγές και η μόνη διακοπή στην ακούραστη αναλαμπή του ήταν την περίοδο ’41-’44 εξαιτίας της καταστροφής του φωτιστικού μηχανισμού από τους Γερμανούς. Με την πάροδο του χρόνου έφτασε σε σημείο να είναι ορατός από είκοσι και είκοσι πέντε ναυτικά μίλια (ανάλογα τον καιρό). Είναι εντυπωσιακή η προσεγμένη κατασκευή με λαξευμένη πέτρα τόσο του πύργου όσο και του φαρόσπιτου, ενώ η εσωτερική περιστρεφόμενη σκάλα που οδηγεί στον φανό είναι μαρμάρινη. Ο πύργος έχει σχεδόν τέσσερα μέτρα διάμετρο και το ύψος του φτάνει τα δεκατέσσερα μέτρα. Το προαύλιο μαρτυράει χρόνια φροντίδας και περιποίησης από τους φύλακές του. Μέχρι πριν από μία εικοσαετία ο φάρος ήταν κατοικήσιμος. Πλέον είναι ανεπιτήρητος και ανήκει στην Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού.

Ο τάφος της Louise

Η Ψυττάλεια είναι γεμάτη εκπλήξεις. Μπορεί ο βιολογικός καθαρισμός να έχει επισφραγίσει τη σύγχρονη ιστορία της, αλλά η προϊστορία είναι μεγάλη και εν πολλοίς άγνωστη. Στα παράδοξα της νησίδας είναι και κάποια διάσπαρτα μνήματα με διάφορα ξένα ονόματα: «Samuel Pole», «VRENIERE THEODORE – THOMAS». Ένας από αυτούς, λόγω της κατασκευής του και της επιγραφής «LOUISE FURSTIN KANTACUZENOS GEBORN GRAFIN VON ARMANSPERG», προκαλεί περαιτέρω αναζήτηση. Ποια είναι η Louise; Γιατί να έχει τέτοιο επιβλητικό μνήμα και πώς βρέθηκε εκεί;

Η Louise ήταν η κόρη του Βαυαρού κόμη Ιωσήφ Άρμανσπεργκ. Λογικά, το όνομά του δεν σας λέει κάτι, αλλά ήταν εκείνος που κυνήγησε πολλούς από τους ήρωες του ’21 και οδήγησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη σε δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας. Ο Άρμανσπεργκ ήταν πρωθυπουργός της Ελλάδας (εξού και το ομώνυμο κτίριο στο Ναύπλιο) και αντιβασιλέας που έλυνε και έδενε μέχρι να ενηλικιωθεί ο Όθωνας. Επειδή το θέμα μας δεν εντάσσεται στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του ’21, πάμε στο προκείμενο.

Ο τάφος της Louise

Ο άξεστος και αυταρχικός κόμης Άρμανσπεργκ, αλλά κυρίως η πανούργα κόμησσα, ήθελαν έναν καλό γάμο για τη μεγαλύτερη από τις τέσσερις κόρες τους, που είχε φτάσει στην κατάλληλη ηλικία. Έτσι, η δεκαεξάχρονη Λουίζα, «εντελώς τυχαία», βρέθηκε να κάνει παρέα με τον συνομήλικό της Όθωνα. Εκείνος την ερωτεύτηκε, αλλά ο πατέρας του την απέρριψε ως νύφη. Η Αμαλία ήταν η σωστή επιλογή (του). Η κόμησσα Άρμανσπεργκ, όμως, δεν πτοήθηκε και βρήκε νέο κατάλληλο γαμπρό. Ήταν ο Μιχαήλ Κατακουζηνός, γόνος της γνωστής οικογενείας. Το γαμήλιο ταξίδι ορίστηκε για την Κωνσταντινούπολη. Στην επιστροφή, εν πλω, η Λουίζα διαγνώστηκε με πανώλη. Το πλοίο μπήκε σε καραντίνα έξω από το λιμάνι του Πειραιά και πάνω σε αυτό η νεαρή κοπέλα άφησε την τελευταία της πνοή.

Ενταφιάστηκε στην Ψυττάλεια για υγειονομικούς λόγους το 1835. Στον βορειοανατολικό λόφο της νησίδας, όπου βρίσκεται και ο φάρος, συνέβη το ίδιο με αρκετούς ναυτικούς που πέθαιναν από μολυσματικές ασθένειες, αν τα πλοία ήταν κοντά και δεν τους είχαν ρίξει στη θάλασσα, τυλίγοντάς τους με καραβόπανο και δένοντάς τους βαρίδια στα πόδια ή αν ήταν δεμένα για πολύ καιρό όντως σε καραντίνα στην Ψυττάλεια.

Το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι έσωσε τον Σαρωνικό από οικολογική καταστροφή. Μέχρι το 1994 όλα τα λύματα της Αττικής κατέληγαν, μέσω δύο γιγαντιαίων αγωγών, χωρίς επεξεργασία, στη θάλασσα! Πώς φτάσαμε όμως σε αυτόν τον περιβαλλοντικό όλεθρο;

Τη δεκαετία του ’40 έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες σηπτικές δεξαμενές. Τα βυτιοφόρα άδειαζαν το περιεχόμενό τους σε μεγαλύτερες δεξαμενές, τις λεγόμενες χαβούζες, που καταργήθηκαν μόλις το 1985, με τη λειτουργία κέντρου επεξεργασίας στη Μεταμόρφωση. Ο πρώτος κεντρικός αποχετευτικός αγωγός άρχισε να κατασκευάζεται λίγο πριν από το 1960 και οδηγούσε τα λύματα όλης της Αθήνας στην τοποθεσία «Ακροκέραμος» στο Κερατσίνι. Ο αγωγός αρχικά ικανοποίησε τους κατοίκους, αλλά προκάλεσε σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα. Ο Σαρωνικός και οι παραθαλάσσιες περιοχές δυτικά του Πειραιά δέχονταν διαρκώς αυξανόμενη επιβάρυνση από τότε και για τα επόμενα τριάντα πέντε χρόνια. Τα πράγματα αναγκαστικά έπρεπε να αλλάξουν. Η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ είχε ως απότοκο τη νομική υποχρέωση για προστασία του υδάτινου περιβάλλοντος. Η οδηγία 91/271/ΕΟΚ απαιτούσε τουλάχιστον δευτεροβάθμια επεξεργασία λυμάτων για όλους τους οικισμούς άνω των 15.000 κατοίκων, έως και το τέλος του 2000. Έτσι, δημιουργήθηκε το ΚΕΛΨ, το οποίο ήταν κοντά στην τοποθεσία όπου ήδη κατέληγε το δίκτυο. Το κέντρο ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις και σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα του είδους σε όλο τον κόσμο.

Εκεί, ύστερα από τα στάδια επεξεργασίας στις μεγάλες δεξαμενές καθίζησης, το νερό επιστρέφει, στο μεγαλύτερό του ποσοστό, καθαρό στη θάλασσα με δύο υποθαλάσσιους αγωγούς μήκους 1.870 μέτρων ο καθένας, που βρίσκονται σε βάθος 63 μέτρων. Η λάσπη που έχει κατακαθίσει, μετά από επεξεργασία, γίνεται χρήσιμο βιοκαύσιμο και διοχετεύεται στην τσιμεντοβιομηχανία. Στην Ελλάδα διανέμεται με ειδικά βυτία και στην Κύπρο φτάνει με εμπορικό πλοίο. Από τις διαδικασίες επεξεργασίας παράγεται επίσης ενέργεια και για τις ανάγκες των εγκαταστάσεων που μπορούν να λειτουργήσουν στο λεγόμενο island mode, δηλαδή εντελώς αυτόνομα για κάποιες μέρες, αν χρειαστεί.

Στις εγκαταστάσεις καταφθάνουν καθημερινά κατά μέσο όρο 700.000 κυβικά αποβλήτων από την Αττική και τη Σαλαμίνα. Η ποσότητα αντιστοιχεί σε μέγεθος ενός μεγάλου ποταμού! Ύστερα από έντονες βροχοπτώσεις ο όγκος που περνάει από τον κεντρικό αγωγό των εγκαταστάσεων μπορεί να ξεπεράσει και τα 1.200.000 κυβικά, με κίνδυνο υπερχείλισης. Κάτι που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στη διαδικασία είναι οι μεγάλες συγκεντρώσεις σε χημικά διαλύματα, που καταστρέφουν τη βακτηριακή χλωρίδα, μας εξηγεί ο προϊστάμενος του Κέντρου, κ. Ηρακλής Καραγιάννης.

Για την 24ωρη λειτουργία όλων των αυτοματοποιημένων, σε μεγάλο βαθμό, εγκαταστάσεων απασχολούνται περισσότερα από 200 άτομα. Στη νησίδα μεταφέρονται καθημερινά με μια λάντζα ή με το ανοιχτού τύπου φεριμπότ που είναι κατασκευασμένο ειδικά για τη μεταφορά προσωπικού, βυτιοφόρων, εξοπλισμού και μηχανημάτων που συνθέτουν μια μονάδα ανεκτίμητης περιβαλλοντικής αξίας.

«Παρότι μαζική, η πιο ισότιμη, αταξική, υπερκομματική και με απόλυτο σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα συμμετοχή μας στα απορριπτέα κοινά αξιολογείται στην Ψυττάλεια» γράφει ο Κώστας Λεονταρίδης σε πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή».

Βέβαια, τίποτε απ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ψυττάλεια δεν είχε υπ’ όψιν του ο σπουδαίος Νίκος Γκάτσος όταν έγραφε τους στίχους του τραγουδιού «Γράμμα στον Μάρκο Βαμβακάρη».

Γεια σου, ρε Μάρκο Βαμβακάρη
καραβοκύρη Συριανέ
που άνοιγες δρόμο στο φεγγάρι
κι έλεγες δύσκολα το ναι.

Είχες δικό σου μπαϊράκι
στου Πειραιά την αγορά
και συντροφιά σου τ’ αεράκι
απ’ της Ψυττάλειας τα νερά.

Ευχαριστούμε την κ. Μαργαρίτα Γκαμαλέτσου, διευθύντρια Επικοινωνίας & Εταιρικών Σχέσεων της ΕΥΔΑΠ, τον κ. Ηρακλή Καραγιάννη, προϊστάμενο του ΚΕΛΨ και τον κ. Τόλη Μέγα, υπεύθυνο ασφάλειας, καθώς και την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας για την άδεια πτήσης του drone.

Πηγές:

-Ρεδιάδης Δ. Περικλής, «Τις η νήσος Ψυττάλεια;», «Εφημερίδα Αρχαιολογική» (σ. 47-56), Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρία, 1909

-Χατζής Δημήτρης, «Ο Κυρίαρχος της Ψυττάλειας», Ροδακιό, 2009

-Πετράκος Β.Χ., «Η αρχαιολογία της Ψυττάλειας», Ο Μέντωρ, τχ. 74-75 (2005)

-Κίντου Ευαγγελία & Λατουσάκη Άννα, «Ο Φάρος της Ψυττάλειας», Καθημερινή, 13.8.1995

-Μίλεσης Στέφανος, «Ο τάφος της Λ. Άρμανσπεργκ στην Ψυττάλεια» /pireorama.blogspot.com/

-https://mlp-blo-g-spot.blogspot.com/2016/01/armansperg.html

-Λεονταρίδης Κώστας, «Ο φόρος ούρησης και το κοινό μας WC», kathimerini.gr, 3.3.21

-Εφημερίδα «Εμπρός», φ. 11.10.1923

-Εφημερίδα «Σκριπ», φ. 11.10.1923

-Τσαπράζης Νικόλαος, «Ο Πολεμικός Ναύσταθμος Σαλαμίνος», Ι.Υ.Π.Ν, 1991

– Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά

– Φιλίστωρ Ι.Β.Δ «Η ανείπωτη ναυτική τραγωδία του “Αλέξανδρος Ζ'” (10 Μαρτίου 1923)», www.istorikathemata.com, 12.3.2019

ΠΗΓΗ: lifo.gr

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τις απόψεις των συγγραφέων τους

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΣΧΟΛΙΑ

Δώστε το σχόλιό σας
Please enter your name here