ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΕΥΔΑΠ
19 Ιούλ 2026
Παρέμβαση του Σωματείου Εργαζομένων Αποχέτευσης ΕΥΔΑΠ στη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου
με τίτλο «Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ρυθμίσεις για τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις».
Η μεταφορά αρμοδιοτήτων στην Ε.ΥΔ.Α.Π. και την Ε.Υ.Α.Θ. δεν υποκαθιστά μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση της διαχείρισης των υδάτων
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το παρόν σχέδιο νόμου ως μια ολοκληρωμένη απάντηση στα προβλήματα διαχείρισης των υδάτων. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα μιας μεταρρύθμισης δεν κρίνεται από τους στόχους που διακηρύσσει, αλλά από την τεκμηρίωση που τη συνοδεύει. Και στο σημείο αυτό το σχέδιο νόμου αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα.
Τα προβλήματα στον τομέα των υδάτων είναι υπαρκτά και απαιτούν ουσιαστική αντιμετώπιση. Εκείνο που δεν προκύπτει από το σχέδιο νόμου είναι γιατί η επιλεγμένη λύση αποτελεί την καταλληλότερη. Από την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης δεν προκύπτει ολοκληρωμένη συγκριτική αξιολόγηση εναλλακτικών μοντέλων, όπως η ενίσχυση των υφιστάμενων Δ.Ε.Υ.Α., η δημιουργία περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας ή άλλες μορφές διαδημοτικής διαχείρισης.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι το ίδιο το Υπουργείο αναφέρει πως δεν έχουν ληφθεί υπόψη συναφείς πρακτικές από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΟΟΣΑ, όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνείς οργανισμούς. Για μια τόσο εκτεταμένη θεσμική μεταβολή, η έλλειψη συγκριτικής τεκμηρίωσης αποτελεί σοβαρό έλλειμμα.
Το σχέδιο νόμου δεν αποδεικνύει ότι επιλύει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος διαχείρισης των υδάτων. Αποδεικνύει κυρίως ότι μεταφέρει τη διαχείριση των προβλημάτων σε διαφορετικούς φορείς. Η μεταφορά αυτή μπορεί να αποδειχθεί επιτυχής ή αποτυχημένη. Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο. Οφείλει να στηρίζεται σε πλήρη επιστημονική, οικονομική και επιχειρησιακή τεκμηρίωση.
Παράλληλα, μεταβάλλεται ουσιαστικά το μοντέλο διοίκησης των υπηρεσιών ύδατος. Υποδομές και δίκτυα που δημιουργήθηκαν διαχρονικά με δημόσιους πόρους, δημοτικά τέλη, κρατικές επιχορηγήσεις και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και μέχρι σήμερα διαχειρίζονταν φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης και Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων μεταφέρονται στην επιχειρησιακή ευθύνη δύο εισηγμένων ανωνύμων εταιρειών.
Το ζήτημα δεν αφορά την κυριότητα του νερού ως φυσικού πόρου. Αφορά το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λαμβάνονται πλέον οι αποφάσεις για τη διαχείρισή του. Μέχρι σήμερα οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονταν από φορείς που λογοδοτούσαν αποκλειστικά στο Δημόσιο και στις τοπικές κοινωνίες. Με το προτεινόμενο μοντέλο, η διαχείριση συγκεντρώνεται σε εισηγμένες ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με το εταιρικό δίκαιο και υπέχουν υποχρεώσεις τόσο έναντι του Ελληνικού Δημοσίου ως βασικού μετόχου όσο και έναντι των λοιπών μετόχων τους.
Η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί μια απλή οργανωτική αλλαγή. Δημιουργεί ένα διαφορετικό θεσμικό και εταιρικό πλαίσιο λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση κρίσιμων δημόσιων υποδομών. Όσο περισσότερο διευρύνεται το αντικείμενο των εισηγμένων εταιρειών, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η ανάγκη η Πολιτεία να αποδείξει ότι το νέο μοντέλο υπηρετεί αποτελεσματικότερα το δημόσιο συμφέρον και να εξηγήσει με ποιες θεσμικές εγγυήσεις διασφαλίζεται ότι η διαχείριση των υποδομών και η λήψη των αποφάσεων θα εξακολουθήσουν να καθορίζονται πρωτίστως από τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι από τη διαφορετική λογική που συνεπάγεται η λειτουργία μιας εισηγμένης εταιρείας με ιδιώτες μετόχους.
Εξίσου σοβαρά ερωτήματα γεννά και η θέση στην οποία περιέρχεται η ίδια η Ε.ΥΔ.Α.Π. Η εταιρεία καλείται να αναλάβει νέες γεωγραφικές περιοχές, δεκάδες νέες υποδομές, διαφορετικά δίκτυα, νέες δραστηριότητες και, για πρώτη φορά, αρμοδιότητες άρδευσης. Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζεται ως αναβάθμιση της εταιρείας. Ωστόσο, δεν προκύπτει από τα συνοδευτικά έγγραφα ολοκληρωμένη δημοσιοποιημένη οικονομοτεχνική μελέτη που να τεκμηριώνει ότι η μεταφορά αυτή είναι οικονομικά και επιχειρησιακά βιώσιμη, ούτε παρουσιάζεται αναλυτικό σχέδιο στελέχωσης, χρηματοδότησης και οργανωτικής προσαρμογής.
Περαιτέρω, με το σχέδιο νόμου ανατίθενται στην Ε.ΥΔ.Α.Π. και νέες αρμοδιότητες που αφορούν τη διαχείριση των δικτύων ομβρίων υδάτων, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το επιχειρησιακό της αντικείμενο. Η διαχείριση των ομβρίων συνδέεται άμεσα με έργα αντιπλημμυρικής προστασίας, σύνθετες τεχνικές παρεμβάσεις και αυξημένες ανάγκες συντήρησης των δικτύων. Ωστόσο, δεν προκύπτει από τα συνοδευτικά έγγραφα του νομοσχεδίου επαρκής τεκμηρίωση ως προς τις πρόσθετες ανάγκες σε προσωπικό, εξοπλισμό, χρηματοδότηση και οργανωτική υποστήριξη που συνεπάγεται η ανάθεση αυτών των νέων αρμοδιοτήτων.
Αντιθέτως, το ίδιο το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η πολιτική απόφαση για τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων προηγείται της πλήρους αποτίμησης των μεταβιβαζόμενων φορέων, της ολοκλήρωσης του τεχνικού και οικονομικού ελέγχου, της καταγραφής των πραγματικών υποχρεώσεων και της οριστικοποίησης των επενδυτικών σχεδίων. Δηλαδή, η Ε.ΥΔ.Α.Π. καλείται να αναλάβει ένα εγχείρημα άγνωστου ακόμη πραγματικού οικονομικού και επιχειρησιακού μεγέθους, χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης αξιολόγηση των συνεπειών του.
Η Ε.ΥΔ.Α.Π. διαθέτει σημαντική συσσωρευμένη τεχνογνωσία, εξειδικευμένο προσωπικό και κρίσιμες υποδομές που διαμορφώθηκαν μέσα από τη μακρόχρονη λειτουργία της. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί επανειλημμένα σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και σημαντικές δυσκολίες στην κάλυψη των αυξανόμενων επιχειρησιακών αναγκών της εταιρείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταφορά στην Ε.ΥΔ.Α.Π. της αποκλειστικής αρμοδιότητας κατασκευής των εξωτερικών διακλαδώσεων αποχέτευσης, η οποία μέχρι σήμερα ασκούνταν από τους δήμους. Ως Σωματείο δεν είμαστε αντίθετοι στην ανάληψη αυτής της αρμοδιότητας από την Ε.ΥΔ.Α.Π., εφόσον αυτό συμβάλλει στην καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην ενιαία διαχείριση του δικτύου. Ωστόσο, μια τέτοια μεταφορά προϋποθέτει την αντίστοιχη ενίσχυση της εταιρείας με το αναγκαίο προσωπικό, τον εξοπλισμό και τα μέσα.
Σήμερα οι υπηρεσίες αποχέτευσης λειτουργούν ήδη με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν ακόμη και στις καθημερινές ανάγκες συντήρησης και αποκατάστασης βλαβών. Είναι, επομένως, παράλογο να ανατίθενται νέες αρμοδιότητες χωρίς να έχει προηγηθεί η απαραίτητη στελέχωση. Διαφορετικά, το αποτέλεσμα δεν θα είναι η αναβάθμιση των υπηρεσιών αλλά η επιβάρυνση των εργαζομένων και η υποβάθμιση της εξυπηρέτησης των πολιτών.
Παρά τις διαπιστωμένες αυτές αδυναμίες, αντί να προηγηθεί η ουσιαστική ενίσχυση της Ε.ΥΔ.Α.Π. με το αναγκαίο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους, η κυβέρνηση της αναθέτει ένα πολλαπλά διευρυμένο αντικείμενο, παρουσιάζοντάς την ως τον φορέα που θα επιλύσει διαρθρωτικά προβλήματα δεκαετιών. Χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο στελέχωσης, επαρκή χρηματοδότηση και σαφή επιχειρησιακή προετοιμασία, ο κίνδυνος είναι η προτεινόμενη αλλαγή να επιβαρύνει περαιτέρω έναν οργανισμό που ήδη καλείται να ανταποκριθεί σε αυξημένες απαιτήσεις.
Ως Σωματείο Εργαζομένων δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι η ανάληψη των νέων αρμοδιοτήτων θα στηριχθεί στην περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας, στις συνεχείς μετακινήσεις του υφιστάμενου προσωπικού, στην ανάθεση πρόσθετων καθηκόντων χωρίς την αναγκαία στελέχωση ή στην επέκταση των εργολαβιών. Η διεύρυνση του αντικειμένου της Ε.ΥΔ.Α.Π. προϋποθέτει μόνιμες προσλήψεις, επαρκή τεχνικό και μηχανολογικό εξοπλισμό και ουσιαστική ενίσχυση όλων των υπηρεσιών που θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος των νέων αρμοδιοτήτων.
Επιπλέον, το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι το μεταφερόμενο προσωπικό θα έχει τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με το προσωπικό της Ε.ΥΔ.Α.Π. και της Ε.Υ.Α.Θ., χωρίς όμως να εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί στην πράξη η ενοποίηση διαφορετικών υπηρεσιακών και μισθολογικών καθεστώτων. Δεν διευκρινίζεται πώς θα αντιμετωπιστούν ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή των συλλογικών ρυθμίσεων, των κανονισμών προσωπικού, της μισθολογικής εξέλιξης, των επιδομάτων και της υπηρεσιακής εξέλιξης. Η έλλειψη ειδικότερων ρυθμίσεων ενδέχεται να δημιουργήσει ερμηνευτικές αμφισβητήσεις και εφαρμοστικές δυσχέρειες, με πιθανές συνέπειες τόσο για την εργασιακή συνοχή όσο και για την εύρυθμη λειτουργία των νέων οργανωτικών σχημάτων.
Για το Σωματείο μας είναι αυτονόητο ότι οι εργαζόμενοι που πρόκειται να μεταφερθούν δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν ως προσωπικό δεύτερης κατηγορίας ούτε να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης των εργασιακών δικαιωμάτων του συνόλου των εργαζομένων. Πρέπει να διασφαλιστούν η πλήρης αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους, η προστασία των αποδοχών τους, η ίση μεταχείριση, η υπηρεσιακή τους εξέλιξη και η ένταξή τους σε ένα σαφές και ενιαίο εργασιακό πλαίσιο, χωρίς εργαζομένους διαφορετικών ταχυτήτων μέσα στην ίδια εταιρεία.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου της Ρ.Α.Α.Ε.Υ. Η ύδρευση και η αποχέτευση αποτελούν υπηρεσίες φυσικού μονοπωλίου, στις οποίες δεν υφίσταται πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ παρόχων. Εύλογα, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η συνεχής μεταφορά αρμοδιοτήτων σε μια ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή, η οποία εγκρίνει τιμολογιακές πολιτικές, επενδυτικά σχέδια και τη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση των παρόχων, αποτελεί το καταλληλότερο μοντέλο διακυβέρνησης για έναν τομέα που συνδέεται άμεσα με την άσκηση δημόσιας πολιτικής και δεν λειτουργεί υπό συνθήκες ανταγωνισμού.
Παράλληλα, η εισαγωγή μηχανισμών όπως η Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση και η αναγνώριση χρηματοοικονομικού κόστους δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο τιμολόγησης. Χωρίς να μπορεί σήμερα να προεξοφληθεί η εξέλιξη των τιμολογίων, είναι εύλογο να ζητούνται ισχυρότερες θεσμικές εγγυήσεις ότι οι αναγκαίες επενδύσεις, το κόστος λειτουργίας και το συνολικό κόστος της προτεινόμενης αλλαγής δεν θα μετακυλιστούν δυσανάλογα στους καταναλωτές.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν πρέπει να κριθεί από τις προθέσεις της, αλλά από την τεκμηρίωσή της. Μέχρι σήμερα δεν αποδεικνύεται με σαφή και μετρήσιμα στοιχεία ότι το επιλεγμένο μοντέλο είναι αποτελεσματικότερο από άλλες εναλλακτικές λύσεις, ότι δεν μεταφέρει δυσανάλογους οικονομικούς, επιχειρησιακούς και οργανωτικούς κινδύνους στην Ε.ΥΔ.Α.Π. και την Ε.Υ.Α.Θ. και ότι διασφαλίζει υψηλότερο επίπεδο δημοκρατικής λογοδοσίας και αποτελεσματικότερη προστασία των δημόσιων υποδομών ύδατος. Μια αλλαγή αυτού του μεγέθους δεν μπορεί να βασίζεται στην παραδοχή ότι δύο οργανισμοί θα επιλύσουν από μόνοι τους προβλήματα που συσσωρεύτηκαν επί δεκαετίες σε ολόκληρο το σύστημα διαχείρισης των υδάτων. Η Πολιτεία οφείλει πρώτα να αποδείξει ότι η επιλογή της είναι η καταλληλότερη, ότι αξιολόγησε ουσιαστικά όλες τις εναλλακτικές λύσεις και ότι η μεταφορά των αρμοδιοτήτων δεν θα οδηγήσει σε δυσανάλογους οικονομικούς, επιχειρησιακούς και οργανωτικούς κινδύνους για τους ίδιους τους οργανισμούς που καλούνται να σηκώσουν το βάρος της.
Τα προβλήματα του τομέα των υδάτων απαιτούν αντιμετώπιση. Όμως μια αλλαγή αυτού του εύρους οφείλει να είναι πλήρως τεκμηριωμένη και να διαθέτει την αναγκαία κοινωνική και θεσμική νομιμοποίηση. Στη σημερινή του μορφή, το σχέδιο νόμου αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα ως προς:
• τη θεσμική αρχιτεκτονική του νέου μοντέλου διαχείρισης
• τη βιωσιμότητα της μεταφοράς αρμοδιοτήτων στην Ε.ΥΔ.Α.Π. και την Ε.Υ.Α.Θ.
• τον διευρυμένο ρόλο της Ρ.Α.Α.Ε.Υ.
• την επάρκεια της τεκμηρίωσης που συνοδεύει τη μεταρρύθμιση
• την προστασία των δημόσιων υποδομών
• τη στελέχωση και την επιχειρησιακή λειτουργία της Ε.ΥΔ.Α.Π.
• τα δικαιώματα τόσο των εργαζομένων της Ε.ΥΔ.Α.Π. όσο και του προσωπικού που πρόκειται να μεταφερθεί
• και τις οικονομικές συνέπειες που ενδέχεται να μεταφερθούν στους ίδιους τους οργανισμούς, στους εργαζομένους και στους πολίτες.
Για μια τόσο βαθιά θεσμική αλλαγή, η τεκμηρίωση δεν αποτελεί τυπική διαδικασία. Αποτελεί προϋπόθεση της αξιοπιστίας της, της κοινωνικής της νομιμοποίησης και της προστασίας των εργαζομένων, των δημόσιων υποδομών και των πολιτών.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, το Σωματείο Εργαζομένων Αποχέτευσης ΕΥΔΑΠ ζητά την απόσυρση του σχεδίου νόμου και τη μη κατάθεσή του στη Βουλή προς ψήφιση.
Πριν από οποιαδήποτε νέα νομοθετική πρωτοβουλία πρέπει να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους εργαζομένους, τα συνδικάτα, τους εμπλεκόμενους δημόσιους και αυτοδιοικητικούς φορείς και τις τοπικές κοινωνίες. Πρέπει επίσης να παρουσιαστούν ολοκληρωμένες οικονομοτεχνικές και επιχειρησιακές μελέτες, συγκεκριμένο σχέδιο στελέχωσης και χρηματοδότησης και σαφείς θεσμικές εγγυήσεις για τον δημόσιο χαρακτήρα των υπηρεσιών ύδατος, τα εργασιακά δικαιώματα και την προστασία των πολιτών.
Με τη σημερινή του μορφή, το νομοσχέδιο δεν πρέπει να κατατεθεί προς ψήφιση.
Για το ΔΣ
Ο Πρόεδρος Γιώργος Ραντίτσας
Ο Γεν. Γραμματέας Δημήτρης Καλύβας

