Τρίτη, 21 Ιουλίου, 2026
ΣYΜΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΝΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ & ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ • ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΥΔΑΠ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Φορολογική ανισότητα: Βαριά η φορολογία για τους μισθωτούς, ελαφριά για το κεφάλαιο – Τη μισή μέρα δουλεύουμε για να πληρώνουμε φόρους και εισφορές: Στο 44,8% η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν άφησαν ασχολίαστη τη νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη φορολογία (Annual Report on Taxation 2026), η οποία κατατάσσει την Ελλάδα πρωταθλήτρια στη φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας.

Η ΕΛΑΣ επεσήμανε ότι οι μισθωτοί σηκώνουν σχεδόν διπλάσιο φορολογικό βάρος από ό,τι το κεφάλαιο, κάνοντας λόγο για «βαθιά φορολογική και αναπτυξιακή στρέβλωση».

Την πρωτιά της Ελλάδας στη φορολόγηση της εργασίας σχολίασε και το ΠΑΣΟΚ, σημειώνοντας ότι «σχεδόν τα μισά χρήματα που κοστίζει ένας εργαζόμενος καταλήγουν στο κράτος μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών». Το ΠΑΣΟΚ αναφέρθηκε και στην υπέρμετρη εξάρτηση των δημοσίων εσόδων από τους έμμεσους φόρους,  οι οποίοι επίσης βαραίνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, ιδίως σε ό,τι αφορά τον ΦΠΑ και ΕΦΚ σε βασικά αγαθά (τρόφιμα, καύσιμα).

πηγή: ΕΝΑ – επεξεργασία στοιχείων από το Αnnual Tax Report 2026

Η ανάλυση του ΕΝΑ για τη φορολογία

Πιάνοντας το νήμα από τις αρχικές διαπιστώσεις, το Ινστιτούτο Εναλλακτικής Πολιτικής ΕΝΑ επιχειρεί να πάει τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα, σε νέα ανάλυση με θέμα «Φορολόγηση σε Εργασία και Κεφάλαιο».

Μια διαφορά της ανάλυσης του ΕΝΑ από τις ανακοινώσεις των κομμάτων είναι ότι παραπέμπει στα πρωτότυπα στοιχεία της Κομισιόν, επεξεργασμένα σε ευανάγνωστα γραφήματα, επιτρέποντας στον αναγνώστη να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Από τους σχετικούς πίνακες προκύπτει ανάγλυφα ότι στη χώρα μας τα «συνήθη υποζύγια», στην περίπτωσή μας οι μισθωτοί, είναι εκείνοι που τραβάνε το κάρο της χρηματοδότησης των δημοσίων ταμείων. Το βάρος που σηκώνουν είναι συγκριτικά πολύ μεγαλύτερο από τη φορολόγηση του κεφαλαίου – δηλαδή των εισοδημάτων από επιχειρηματικά κέρδη, ενοίκια, μερίσματα και τόκους. Η ψαλίδα μεταξύ φορολόγησης της εργασίας και φορολόγησης του κεφαλαίου αγγίζει τις 21,8 ποσοστιαίες μονάδες, σχεδόν πενταπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (4,6%) και η τρίτη μεγαλύτερη διαφορά στην ΕΕ.

Ζητείται φορολογική δικαιοσύνη

Μήπως, για να κάνουμε το δικηγόρο του διαβόλου, η ευνοϊκή μεταχείριση στη φορολόγηση του κεφαλαίου είναι ένας τρόπος να καταστήσουμε τη χώρα μας πιο ελκυστική για τις επιχειρήσεις ώστε να ωφεληθούν σε δεύτερο χρόνο και οι εργαζόμενοι; Μήπως είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για να είμαστε πιο ανταγωνιστικοί, να έχουμε ανάπτυξη και δουλειές  – πολλές και ποιοτικές όπως λέει ο πρωθυπουργός; Απευθυνθήκαμε στους συγγραφείς της μελέτης του ΕΝΑ με το παραπάνω ερώτημα.

Όπως μας απάντησαν, δεν προκύπτει πουθενά από τα εμπειρικά δεδομένα ότι η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση του πλούτου παράγει θετικά αποτελέσματα για το σύνολο της κοινωνίας. Αντιπροτείνουν μια πιο δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, με μείωση της φορολογίας για την εργασία και αύξηση της φορολόγησης του κεφαλαίου, που θα αμβλύνει τις ανισότητες και θα ωφελεί τους πολλούς και όχι τους λίγους.

Τι είναι οι έμμεσοι φορολογικοί συντελεστές και γιατί μας ενδιαφέρουν

Όπως εξηγεί η ανάλυση του ΕΝΑ, οι έμμεσοι φορολογικοί συντελεστές δείχνουν το ποσοστό της συνολικής φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης σε σχέση με την αντίστοιχη φορολογική βάση. Στην περίπτωση της εργασίας ο δείκτης προκύπτει από τον φόρο εισοδήματος των μισθωτών και τις ασφαλιστικές εισφορές, διαιρεμένες με το σύνολο των μισθολογικών αμοιβών. Στην περίπτωση του κεφαλαίου ο δείκτης υπολογίζεται από τους φόρους σε επιχειρηματικά κέρδη, ενοίκια, μερίσματα και τόκους, διαιρεμένους με τα αντίστοιχα συνολικά εισοδήματα.

Ακριβοί στη φορολογία της εργασίας, φτηνοί στους φόρους στο κεφάλαιο

Στη μισθωτή εργασία η Ελλάδα καταγράφει τον υψηλότερο έμμεσο φορολογικό συντελεστή σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2024, με τα στοιχεία αυτά να αποτελούν τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα. Στην Ελλάδα αγγίζει το 44,8%, σχεδόν 8 ποσοστιαίες μονάδες πιο πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (37,1%). Η απόσταση αυτή δείχνει καθαρά ότι η μισθωτή εργασία στη χώρα μας επιβαρύνεται αναλογικά πολύ περισσότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης.

Η κατάσταση αλλάζει ριζικά όταν εξετάζουμε τη φορολόγηση του κεφαλαίου. Εδώ η Ελλάδα εμφανίζει συντελεστή μόλις 23%, σχεδόν δέκα μονάδες χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 32,5%. Το εισόδημα που προέρχεται από κεφάλαιο επιβαρύνεται δηλαδή αισθητά λιγότερο στη χώρα μας απ’ ό,τι στον μέσο όρο της Ευρώπης.

Τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι

Το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα των «trickle down economics», που αποδίδεται και ως «διάχυση του πλούτου προς τα κάτω», υποστηρίζει ότι αν προσφέρεις φοροελαφρύνσεις και άλλες διευκολύνσεις στις ανώτερες κλίμακες της εισοδηματικής πυραμίδας – π.χ. στους πλούσιους και τις μεγάλες επιχειρήσεις-  τα οφέλη φτάνουν στα κατώτερα στρώματα μέσω των μηχανισμών της αγοράς. Δημιουργούνται νέες επενδύσεις, περισσότερες θέσεις εργασίας, ενισχύεται η κατανάλωση. Τα ψίχουλα που πέφτουν από το πλουσιοπάροχο τραπέζι φτάνουν και περισσεύουν για να ταϊστούν τα μερμήγκια.

Μια παραλλαγή του παραπάνω επιχειρήματος είναι οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης ότι η μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μερίσματα (από 15% σε 10% και 5%), οδήγησε σε αύξηση των φορολογικών εισπράξεων. Όμως, όπως μας εξηγούν αναλυτές του ΕΝΑ, πρόκειται για σαθρό συλλογισμό, αφού η συσχέτιση δεν συνεπάγεται αιτιότητα. Η αύξηση των εισπράξεων από τη φορολόγηση των μερισμάτων δεν οφείλεται στη μείωση του συντελεστή, αλλά στην εκτόξευση των επιχειρηματικών κερδών, ιδίως την περίοδο της μεγάλης πληθωριστικής κρίσης, που αύξησε αντίστοιχα και τα μερίσματα.

Επενδύσεις και φορολογία

«Στην Ευρώπη βλέπουμε μια ποικιλομορφία στη φορολόγηση της εργασίας και του κεφαλαίου, που είναι αποτέλεσμα διαφορετικών πολιτικών. Στη Γαλλία ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής στο κεφάλαιο είναι ο υψηλότερος στην Ευρώπη, με 48,9%. Αν ίσχυε τo σκεπτικό των trickle down economics, θα έπρεπε να μην επενδύει κανείς στη Γαλλία και να επενδύουν όλοι σε φορολογικούς παραδείσους, όπως τα νησιά Καϊμάν. Όμως αυτό δεν ισχύει. Η φορολογία είναι μόνο ένας παράγοντας που λαμβάνει υπόψιν ο επιχειρηματίας για να επενδύσει. Το επιχείρημα ‘άσε το κεφάλαιο αφορολόγητο για να έχουμε επενδύσεις’ δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη», μας λένε οι αναλυτές του ΕΝΑ.

Η αύξηση των επενδύσεων που εμφανίζεται στην Ελλάδα, από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 17% του ΑΕΠ το 2019, παρουσιάζεται ως σημαντικό επίτευγμα της κυβέρνησης, αλλά αν δει κανείς το «μείγμα» των επενδύσεων, δεν συνιστά αιτία πανηγυρισμού. Έχουμε ξεκολλήσει μεν από την τελευταία θέση της ΕΕ, αλλά παραμένουμε στην προτελευταία. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος της αύξησης των επενδύσεων (πάνω από το 50%) οφείλεται σε εξοπλιστικά προγράμματα, αγορές κατοικιών και στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Τώρα που το ΤΑΑ μας τελειώνει, με όλα τα ερωτηματικά την αξιοποίησή του, μένουμε με το Real Estate και τα εξοπλιστικά. Τα όπλα και οι εξαγορές κατοικιών από funds και χρυσές βίζες δεν συνιστούν ακριβώς παραγωγική ανασυγκρότηση.


Τη μισή μέρα δουλεύουμε για να πληρώνουμε φόρους και εισφορές: Στο 44,8% η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας

Η νέα ετήσια έκθεση φορολογίας 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατατάσσει την Ελλάδα πρωταθλήτρια στη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, σε μεγάλη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Πρωταθλήτρια Ευρώπης στη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας είναι η Ελλάδα, όπως καταγράφει η νέα Ετήσια Έκθεση Φορολογίας 2026 της Κομισιόν. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει η Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο έμμεσο φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας (Ιmplicit Tax Rate – ΙTR) από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Συγκεκριμένα, το 2024 o ΙΤR στην Ελλάδα ανερχόταν στο 44,8%, έναντι 37,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Πρόκειται για μια διαφορά σχεδόν οκτώ ποσοστιαίων μονάδων, όπως επισημαίνει και η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, με αφορμή την έκθεση της Κομισιόν.

Στον αντίποδα, είμαστε ουραγοί στη φορολόγηση των εισοδημάτων από το κεφάλαιο, σχεδόν δέκα ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει μεν εύσημα στην Ελλάδα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όμως μας βγάζει «κόκκινη κάρτα» για την υπερφορολόγηση της μισθωτής εργασίας και την υπερβολική εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους – ΦΠΑ και φόρους κατανάλωσης.

Θλιβερή πρωτιά στη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας

Όπως σημειώνει η Ετήσια Έκθεση Φορολογίας 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τη γενική μείωση σε επίπεδο ΕΕ, ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής (ITR) επί της εργασίας αυξήθηκε σε 15 κράτη μέλη κατά την τελευταία δεκαετία.

Ο συνολικός ITR επί της εργασίας στην ΕΕ  σταθεροποιήθηκε το 2024 στο 37,1%, 0,1 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το ποσοστό του 2023.

Το 2024, η Ελλάδα (44,8 %) είχε τον υψηλότερο ITR επί της εργασίας στην ΕΕ, ακολουθούμενη από την Ιταλία (43,9 %) και το Βέλγιο (40,7 %). Η Μάλτα (24,4 %), η Βουλγαρία (24,9 %) και η Κροατία (29,2 %) είχαν τον χαμηλότερο συντελεστή.

Σε επίπεδο ΕΕ, ο συντελεστής φορολογίας της εργασίας παρουσίασε πτωτική τάση την τελευταία δεκαετία (38,2 % το 2014), αν και τα αποτελέσματα παρουσίασαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών.

Ο συντελεστής αυξήθηκε σε 15 κράτη μέλη, με την Κύπρο να καταλαμβάνει την πρώτη θέση (αύξηση κατά 8,8 ποσοστιαίες μονάδες), ακολουθούμενη από την Ελλάδα (αύξηση κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες) και την Ισπανία (αύξηση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες).

Στην Κύπρο και την Ισπανία, η αύξηση του συντελεστή φορολογίας της εργασίας αντανακλάται σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα από την εργασία. Αντίθετα, μεταξύ 2014 και 2024 ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος από εργασία μειώθηκε στα υπόλοιπα 12 κράτη μέλη, με την Ουγγαρία (κατά -5,4 ποσοστιαίες μονάδες) να βρίσκεται στην τελευταία θέση, ακολουθούμενη από την Τσεχία (κατά -3,1 ποσοστιαίες μονάδες) και την Ιταλία (κατά -2,9 ποσοστιαίες μονάδες).

Πώς υπολογίζεται η φορολογική επιβάρυνση

Το 44,8% του έμμεσου φορολογικού συντελεστή επί της εργασίας, δεν προκύπτει μόνο από το φόρο εισοδήματος, αλλά και από τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζόμενου και εργοδότη και κάθε άλλη επιβάρυνση που σχετίζεται με τη μισθωτή εργασία. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 ευρώ μισθολογικού κόστους, τα 45 καταλήγουν στα δημόσια ταμεία, μέσω φόρων και εισφορών.

Η έκθεση εντοπίζει το πρόβλημα και σε πιο λεπτομερή επίπεδα. Οι μεταιχμιακοί πραγματικοί συντελεστές φορολόγησης (METR), που δείχνουν πόσο από κάθε επιπλέον ευρώ μισθού καταλήγει σε φόρους και εισφορές, αυξάνονται απότομα στην Ελλάδα καθώς ανεβαίνει το εισόδημα, κάτι που περιορίζει τα κίνητρα για τους υψηλόμισθους να εργαστούν περισσότερο.

Παράλληλα, οι δείκτες αποθάρρυνσης από τη μετάβαση στην απασχόληση (PTR) κατατάσσουν τη χώρα μαζί με την Πορτογαλία και την Ιταλία στις οικονομίες με τα υψηλότερα εμπόδια, ενώ ακόμη και οι χαμηλόμισθοι αντιμετωπίζουν αυξημένη αποθάρρυνση λόγω της απώλειας εισοδηματικών παροχών, μια ανησυχητική εξαίρεση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό κανόνα.

Πρωταθλητές και στην αύξηση των έμμεσων φόρων

Η σύνθεση των φορολογικών εσόδων μετατοπίστηκε αισθητά προς τους έμμεσους φόρους την τελευταία δεκαετία σε 14 χώρες, με την Ελλάδα να καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση. Το μερίδιο των εσόδων από τον ΦΠΑ επί του συνόλου αυξήθηκε κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες από το 2014, το υψηλότερο ποσοστό από όλες τις χώρες. Ακολουθούν η Ουγγαρία και η Ιταλία, με αύξηση 2,3 και 1,8 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Επιπλέον, η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα στις μόλις τρεις χώρες όπου το μερίδιο των φόρων κατανάλωσης δεν υποχώρησε στη δεκαετία. Συγκεκριμένα, το μερίδιο των φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα της ΕΕ μειώθηκε από 28,3% το 2014 σε 26,8% το 2024, με μειώσεις σε όλα τα κράτη-μέλη εκτός από Ουγγαρία, Ελλάδα και Γαλλία.

Στην Ελλάδα οι έμμεσοι φόροι (ΦΠΑ και ΕΦΚ), ανέρχονται στο 37,8% των φορολογικών εσόδων – 11 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το πιο θετικό στοιχείο της έκθεσης αφορά το «κενό ΦΠΑ», δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα που θα έπρεπε θεωρητικά να εισπράττονται και σε αυτά που τελικά φτάνουν στο κράτος. Το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 9% το 2024, από περίπου 33% το 2013, μία από τις μεγαλύτερες βελτιώσεις στην Ένωση. Η υποχρεωτική χρήση POS, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ και η διαβίβαση στοιχείων στο myDATA αναφέρονται ως οι βασικοί μοχλοί αυτής της εξέλιξης.

Ακίνητα και περιβαλλοντικοί φόροι

Στους φόρους ακίνητης περιουσίας η Ελλάδα κατέχει την τρίτη θέση στην Ε.Ε. ως προς το μερίδιό τους στα συνολικά έσοδα (6,6%), πίσω από Γαλλία και Βέλγιο, όμως το ποσοστό αυτό μειώθηκε κατά 2,2 μονάδες από το 2014, τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση στην Ένωση. Η έκθεση αποδίδει την εξέλιξη στις παρωχημένες αντικειμενικές αξίες, που δεν ακολουθούν τον ρυθμό αύξησης των τιμών κατοικιών, καθώς και στην επιβράδυνση των συναλλαγών λόγω αυξημένων επιτοκίων.

Στο περιβαλλοντικό μέτωπο η εικόνα αντιστρέφεται. Η χώρα έχει τα υψηλότερα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,8%) σε όλη την Ε.Ε. και τη δεύτερη μεγαλύτερη εξάρτηση από αυτούς (9,4% των συνολικών εσόδων), πίσω μόνο από τη Βουλγαρία.

Οι μεταρρυθμίσεις που τρέχουν

Η έκθεση καταγράφει σειρά αλλαγών που έχει δρομολογήσει η Αθήνα. Στο πεδίο του φόρου εισοδήματος προβλέπεται αναδιάρθρωση κλιμακίων με στοχευμένες μειώσεις για οικογένειες, νέους κάτω των 30 ετών και ιατρικό προσωπικό, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι εισφορές αυτοαπασχολουμένων και αγροτών μέσω νέου συστήματος σταθερών κατηγοριών ασφάλισης. Στον ΦΠΑ προωθείται μείωση συντελεστή για την κατοικία, ενώ στους περιβαλλοντικούς φόρους αυξάνονται οι εισφορές στην τουριστική κατάλυση. Ανακοινώθηκε επίσης υπερέκπτωση δαπανών για επενδύσεις σε στρατηγικούς κλάδους, όπως η άμυνα, η αυτοκινητοβιομηχανία και η αεροναυπηγική.

Με στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης, η χώρα προχώρησε επίσης σε ψηφιοποίηση του χαρτοσήμου, δημιουργία ενιαίου πληροφοριακού συστήματος φορολογούμενων και επέκταση του myDATA στη φορολογία εισοδήματος για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, με στόχο τον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας.

Η εμπιστοσύνη στους λογιστές

Τέλος, η έκθεση καταγράφει και μια συμπεριφορική διάσταση. Το 18% των Ελλήνων δηλώνει ότι καταφεύγει σε επαγγελματική βοήθεια για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μετά την Ιταλία (25%) και τη Σλοβακία (19%), ένδειξη της πολυπλοκότητας που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει το ελληνικό φορολογικό σύστημα παρά τα βήματα απλοποίησης.

ΠΗΓΗ: in.gr

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τις απόψεις των συγγραφέων τους

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ